Ποτέ ξανά κίτρινα δόντια

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Ὁ τονισμὸς σὲ δέκα ἁπλὰ μαθήματα-Μάθημα 3: Ἡ δασεία

Εἴπαμε ὅτι ὅλες οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ φωνῆεν παίρνουν πνεῦμα, εἴτε στὸ φωνῆεν αὐτὸ εἴτε στὸ φωνῆεν ποὺ τὸ ἀκολουθεῖ ἂν πρόκειται γιὰ δίφθογγο.

Ἀλλὰ ποιό ἀπὸ τὰ δύο πνεύματα;

Δύο τινά: πρῶτον, οἱ πιὸ πολλὲς λέξεις παίρνουν ψιλή· δεύτερον, αὐτὲς ποὺ παίρνουν δασεία εἶναι μὲν ἀριθμητικὰ λιγότερες ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι πολὺ σημαντικὲς καὶ συχνὲς λέξεις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.

Γιὰ παράδειγμα, δασύνονται:

  • οἱ ἄτονες λέξεις , , οἱ, αἱ, ὡς·
  • οἱ σύνδεσμοι καὶ ἀντωνυμίες ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ ὄμικρον: ὅπου, ὅπως, ὅποτε, ὅταν, ὅτι, ὅ,τι, ὅποιος, ὅσος, κ.λπ.·
  • τὰ ἀριθμητικὰ ἕνας, ἕξι, ἑπτά, ἑκατό.

Καὶ ἕνας ἀπαραβίαστος (τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στὰ νέα ἑλληνικὰ) κανόνας: ὅλες οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ ὕψιλον παίρνουν δασεία: ὕπνος, ὕλη, ὕμνος, ὕστερα, ὑγίεια, κ.λπ.

Θὰ ἀναρωτηθεῖ ἴσως ὁ ἀναγνώστης γιατί ἔχουμε τὸ ρῆμα «δασύνομαι» γιὰ τὶς λέξεις ποὺ παίρνουν δασεία, ἀλλὰ κανένα ἀντίστοιχο ρῆμα γιὰ αὐτὲς ποὺ παίρνουν ψιλή; [«ψιλίνομαι» δὲν ὑπάρχει, «ψιλιάζομαι» σημαίνει κάτι ἄλλο...] Τὸ γεγονὸς αὐτὸ φανερώνει τὴν ἀσυμμετρία ἀνάμεσα στὰ δύο πνεύματα. Ἐνῷ ἡ δασεία δηλώνει τὴν ὕπαρξη (στὴν ἀρχαιότητα) ἑνὸς γράμματος (τὸ γράμμα Η πρὶν αὐτὸ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ τὴν ἀναπαράσταση τοῦ μακροῦ Ε — π.χ. τὸ ὄνομα Ἑλένη γραφόταν ΗΕΛΕΝΕ) ἡ ψιλὴ δὲν δηλώνει τίποτε ἄλλο παρὰ... τὴν ἔλλειψη τῆς δασείας. Ἔτσι ἔχουμε λέξεις ποὺ δασύνονται, καὶ ἄλλες ποὺ δὲν δασύνονται. Γιὰ νὰ ξεχωρίζουν παρ᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ μὴ δασυνόμενα ἀρχικὰ φωνήεντα καὶ πρὸς ἀποφυγὴ παρεξηγήσεων, ἐφευρέθηκε ἡ ψιλή.

Μερικοὶ πολὺ γενικοὶ κανόνες ποὺ ἀφοροῦν τὴν ψιλή:

  • ἡ αὔξηση τῶν ρημάτων παίρνει ψιλή: ἔλεγα, ἔπαιρνα, ἔφερνα·
  • τὸ «ἄλφα στερητικὸ» παίρνει ψιλή: ἄμυαλος, ἄγνωστος, ἄπιαστος, ἀσυνείδητος, ...
  • οἱ σύνδεσμοι ἀνά, ἀμφί, ἀντί, ἀπό, ἐν, ἐκ/ἐξ, ἐπὶ παίρνουν ψιλὴ καὶ ἄρα καὶ ὅλες οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ αὐτούς: ἀνάταση, ἀμφίδρομος, ἀντίσταση, ἀπόφαση, ἔνσταση, ἐκβολή, ἐξαγωγή, ἐπίθεση, ...
  • οἱ ξένες λέξεις καὶ τὰ ξένα ὀνόματα παίρνουν ψιλή: ἄλτ, ἀβαντάζ, ἄφτερ ἔιτ, ἀσανσέρ, κ.λπ. ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περίπτωση ὅπου ἀρχίζουν ἀπὸ ὕψιλον: Νέα Ὑόρκη. Αὐτὰ λέει ὁ Τριανταφυλλίδης, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ παλαιότερες γραμματικὲς οἱ ἑλληνικοὶ μεταγραμματισμοὶ ξένων λέξεων καὶ ὀνομάτων παίρνουν δασεία ὅταν στὸ λατινικὸ πρωτότυπο ἀρχίζουν ἀπὸ h: ἅλτ (= halt), ὁρντέβρ (= hors d'œuvre), Ἁννόβερο (= Hannover), Ἁμβοῦργο (= Hamburg), Οὑγκό (= Hugo), κ.λπ. Βέβαια τίθεται τὸ θέμα ἀπὸ ποιάν γλώσσα μᾶς ἦρθε μία λέξη: τὸ ὄμποε π.χ. παίρνει ψιλὴ γιατὶ στὰ ἰταλικὰ δὲν παίρνει h ἀλλὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἰδιαιτερότητα τῶν ἰταλικῶν ἀφοῦ ἡ λέξη oboe βγαίνει ἀπὸ τὸ γαλλικὸ hautbois (= πάνω ξύλο) τὸ ὁποῖο παίρνει h.

Ἀλλὰ τί γίνεται μὲ τὶς ἄλλες λέξεις; Πῶς μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἂν μία λέξη δασύνεται;

Ὑπάρχουν δύο μέθοδοι, ποὺ δουλεύουν γιὰ περίπου 75% τῶν περιπτώσεων. Ἐὰν δὲν δουλέψουν αὐτὲς οἱ μέθοδοι τότε ἡ μόνη λύση εἶναι τὸ λεξικὸ καὶ ἡ ἀπομνημόνευση. Καὶ ὅταν λέμε λεξικὸ ἐννοοῦμε τόσο τὸ χάρτινο λεξικὸ τῶν πατεράδων καὶ τῶν παππούδων μας ὅσο καὶ τὰ διάφορα πληροφορικὰ ἐργαλεῖα (ἠ-λεξικά, ὀρθογραφικοὶ διορθωτές, Google, κ.λπ.).

Ἂς δοῦμε τώρα τὶς δύο πρακτικὲς μεθόδους ἐξακρίβωσης τοῦ ἂν μία λέξη δασύνεται ἢ ὄχι.

Πρώτη μέθοδος.

Ἐὰν δὲν ξέρετε ἂν μιὰ λέξη δασύνεται, δοκιμάστε νὰ τῆς προσθέσετε κάποιο συνθετικὸ ποὺ νὰ τελειώνει μὲ π, τκ. Ἂν αὐτὸ γίνει φ, θχ ἀντίστοιχα, τότε ἡ λέξη δασύνεται. Ὀνομάζουμε μάλιστα τὰ σύμφωνα αὐτὰ «δασέα»· ἄλλωστε καὶ οἱ ξένοι ποὺ μεταγραμματίζουν τὰ ἑλληνικὰ ὡς: π→p τ→t κ→c προσθέτουν ἕνα h γιὰ τὰ ἀντίστοιχα δασέα σύμφωνα: φ→ph θ→th χ→ch.

Μπορεῖτε π.χ. νὰ προσθέσετε ἕναν ἀπὸ τοὺς συνδέσμους ἀντί, ἀπό, ἐπί, κατά, μετά, ὑπό. Ἔτσι οἱ ἀκόλουθες λέξεις δασύνονται (προσπαθῆστε νὰ τὶς ἐντυπωθεῖτε ὀπτικά):

ἅγιος

→ καθαγιάζω

ἁγνός

→ καθαγνίζω

αἷμα

→ ἀφαίμαξη, καθαιμάσσω

αἵρεση

→ ἀφαίρεση, καθαίρεση, ὑφαίρεση

ἁλάτι

→ ἀφαλάτωση, καθαλάτωση, ὑφάλμυρος

ἅμιλλα

→ ἐφάμιλλος

ἅπαξ

→ ἐφάπαξ

ἅπλωμα

→ ἐφάπλωμα

ἅπτομαι

→ ἐφάπτομαι, καθάπτω

ἁρμόζω

→ ἐφαρμόζω

ἕδρα

→ ἐφεδρεύω, καθέδρα

ἕκαστος

→ καθέκαστα

ἑλκύω

→ καθέλκυση

Ἕλληνας

→ ἀνθέλληνας

ἕλος

→ ἀνθελονοσιακός

ἕξη

→ ἀνθεκτικός, ἐφεκτικός, καχεκτικός, μέθεξη

ἑξῆς

→ καθεξῆς

ἑορτή

→ μεθεόρτια

ἑπόμενος

→ μεθεπόμενος

ἑρμηνεία

→ μεθερμήνευση

ἕρπω

→ ὑφέρπω

ἕση

→ ἔφεση

ἑστία

→ ἐφέστιος

εὕρεση

→ ἐφεύρεση

ἥβη

→ ἐφηβεία

ἡγεσία

→ ἀφήγηση, καθηγεσία, ὑφηγεσία

ἥλιος

→ ἀφήλιο, ὑφήλιος

ἡμέρα

→ ἐφημερεύω, καθημερινός

ἡνία

→ ἀφηνιάζω

ἡσυχία

→ ἐφησυχάζω, καθησύχαση

ἵδρυμα

→ καθίδρυμα

ἱδρώτας

→ ἀνθιδρωτικός, ἀφίδρωση, ἐφιδρώνω

ἱερός

→ ἀφιερώνω, καθιέρωση

ἵζημα

→ καθίζηση

ἱκετεύω

→ καθικετεύω

ἱκνός

→ ἀφικνοῦμαι

ἵππος

→ ἀφίππευση, ἔφιππος

ἵσταμαι

→ ἀνθίσταμαι, καθίσταμαι, ὑφίσταμαι

ὁδός

→ ἀφόδευση, ἔφοδος, κάθοδος, μέθοδος

ὁλικός

→ καθολικό

ὁμιλῶ

→ καθομιλουμένη

ὅμοιος

→ ἀφομοιώνω

ὁμολογῶ

→ καθομολογία

ὅπλο

→ ἀφοπλίζω, ἐφοπλίζω

ὁριακός

→ ἐφοριακός

ὁρίζω

→ ἀφορίζω, καθορίζω

ὅριο

→ μεθοριακός

ὁρμή

→ ἀφορμή, ἐφόρμηση, μεθορμίζω

ὅσιος

→ ἀφοσιώνομαι, καθοσίωση

ὅσο

→ ἐφόσον, καθόσον

ὅτι

→ καθότι

ὅτου

→ ἀφότου

ὑαλί

→ ἀφυάλωση

ὕβρις

→ καθυβρίζω

ὑγίεια

→ ἀνθυγιεινός

ὑγρός

→ ἐφυγραίνω, καθυγραίνω

ὕδωρ

→ ἀφυδατώνω

ὕλη

→ ἀνθυλιστικός

ὕμνος

→ ἐφύμνιο

ὑπηρέτης

→ ἀφυπηρετῶ

ὕπνος

→ ἀνθυπνωτικός, ἀφυπνίζω

ὕποπτος

→ καχύποπτος

ὑστέρημα

→ καθυστερῶ

ὡς

→ καθώς

Καὶ τώρα λέξεις ποὺ παίρνουν ψιλή:

ἀγαπῶ

→ ἀνταγαπῶ

ἀγγελία

→ ἀπαγγελία, ἐπαγγελία

ἀγγίζω

→ μεταγγίζω

ἀγκίστρι

→ ἀπαγκιστρώνομαι

ἀγορά

→ ἀνταγορεύω, ἀπαγόρευση, κατηγορῶ, ὑπαγόρευση

ἀγοράζω

→ ἀνταγοράζω

ἄγριος

→ ἀπαγριώ

ἄγρυπνος

→ ἐπαγρύπνηση

ἀγχόνη

→ ἀπαγχονίζω

ἀγωγή

→ ἀνταγωγή, ἀπαγωγή, ἐπαγωγή, μεταγωγή, ὑπαγωγή

ἀγώνας

→ ἀνταγωνίζομαι

ἀδικῶ

→ ἀνταδικῶ

ἄθλιος

→ ἀπαθλίωση

ἄθλο

→ ἔπαθλο

αἴθριος

→ ὑπαίθριος

αἴνιγμα

→ ὑπαινιγμός

αἶνος

→ ἔπαινος

αἴσθηση

→ ἐπαισθητός, ὑπαισθησία

αἶσχος

→ ἐπαίσχυντος

αἴτηση

→ ἐπαίτης

αἰτία

→ ὑπαίτιος

ἀκοή

→ ὑπακοή

ἀκόλουθος

→ ἐπακόλουθο

ἀκόντιο

→ ἐπακόντιος

ἀκούω

→ ἐπακούω

ἄκρα

→ ἔπακρο, ἀκριβῶς, ἐπακριβής

ἀκτή

→ ἐπακτή

ἀλήθεια

→ ἐπαλήθευση

ἀλλαγή

→ ἀνταλλαγή, ἀπαλλαγή, ἐπαλλαγή, μεταλλαγή, ὑπαλλαγή

ἄλληλος

→ ἐπάλληλος, ὑπάλληλος

ἄλλος

→ μέταλλο

ἀλλότριος

→ ἀπαλλοτρίωση

ἀλοιφή

→ ἀπαλοιφή, ἐπαλείφω

ἄμα

→ ἀντάμα

ἀμειβή

→ ἀνταμείβω, ἐπαμείβω, ὑπαμείβω

ἄνδρας

→ ἐπανδρώνω, ὑπανδρεία

ἄνεμος

→ ἀπάνεμος, ὑπήνεμος

ἄνθος

→ ἀπανθίζω, ἐπάνθημα

ἄνθρακας

→ ἀπανθράκωμα

ἄνθρωπος

→ ὑπάνθρωπος

ἄνω

→ ἐπάνω

ἄξιος

→ ἐπάξιος

ἀπειλή

→ ἐπαπειλητικός

ἄργιλος

→ ἐπαργιλίωση

ἄργυρος

→ ἐπάργυρος

ἀριστερός

→ ἐπαρίστερος

ἀρκῶ

→ ἐπαρκῶ

ἄρμα

→ ἔπαρμα

ἄρση

→ ἔπαρση

ἀρχή

→ ἐπαρχείο, ὕπαρξη

ἀστυνομία

→ ὑπαστυνόμος

ἀσφάλεια

→ ἀντασφάλεια

ἄσχημος

→ κακάσχημος

αὐγή

→ ἀνταύγεια, ἀπαυγάζω

αὐλή

→ ἔπαυλη

αὔξηση

→ ἐπαύξηση

αὔριο

→ ἐπαύριον

αὐτός

→ ἀπαυτώνω

ἀφή

→ ἐπαφή

ἐγγραφή

→ μετεγγραφή, ἀντέγγραφο

ἐγγύηση

→ ὑπεγγύηση

ἔδαφος

→ κατεδάφιση, ὑπέδαφος

ἔθνος

→ ἀντεθνικός

εἰρήνη

→ ἀντειρηνικός

εἰρωνεία

→ κατειρωνεύομαι

εἴσοδος

→ ἐπεισόδιο

ἐκπαίδευση

→ μετεκπαίδευση

ἔκτυπο

→ κακέκτυπο

ἐλαύνω

→ ἀπέλαση, ἐπελαύνω

ἐλευθερία

→ ἀπελευθερία

ἔλευση

→ ἐπέλευση

ἐλπίδα

→ ἀπελπισία

ἔναντι

→ ἀπέναντι

ἐνέργεια

→ ἀντενεργῶ

ἐντρέχεια

→ κακεντρέχεια

ἔργο

→ ἀπεργώ, κακεργέτης

ἔργο

→ κατεργάζομαι

ἐρείπιο

→ κατερειπώνω

ἔρημος

→ ἀπερημώνω

ἔρχομαι

→ ἀπέρχομαι, ἐπέρχομαι, κατέρχομαι, μετέρχομαι

ἐρώτηση

→ ἐπερώτηση

ἔτος

→ ἐπέτειος, ἐπετηρίδα

εὐθεία

→ ἀπευθείας, κατευθείαν

εὐθύνη

→ ὑπεύθυνος

εὐφημία

→ ἐπευφημία

εὐχή

→ ἀπευχή

ἔχω

→ ἀντέχω, ἀπέχω, ἐπέχω, κατέχω, μετέχω, ὑπέχω

ἦχος

→ ἀντήχηση, κατήχηση

ἰατρός

→ ὑπίατρος

ἴλαρχος

→ ὑπίλαρχος

οἰκία

→ κατοικία, μετοικεσία

οἶκος

→ ἐποίκηση

ὀλισθαίνω

→ κατολισθαίνω

ὄνομα

→ ἀντωνυμία, ἐπώνυμο, κακωνυμία, κατονομάζω, μετονομάζω, μετωνυμία

ὀπή

→ μέτωπο

ὄπισθεν

→ μετόπισθεν

ὀπτική

→ κατόπτευση

ὀπτικός

→ ἐποπτικός

ὀρθός

→ κατορθώνω

οὖλο

→ ἐπούλωση

οὖρο

→ κατούρημα

οὖς

→ ἐπωτίδα

οὐσία

→ ἀπουσία, μετουσιώνω

ὄφελος

→ ἐπωφελής

ὀφθαλμός

→ ἐποφθαλμιῶ

ὀχυρό

→ κατοχυρώνω

ὄψη

→ κάτοψη

ὠδή

→ ἐπωδή

ὠόν

→ ἐπώαση

Ἡ δάσυνση τοῦ συμφώνου δὲν συμβαίνει μόνο σὲ περίπτωση σύνθεσης. Σκεφτεῖτε τὶς κατασκευὲς «κατ᾿ αὐτὸ τὸν τρόπο» καὶ «ἀφ᾿ ἑνὸς / ἀφ᾿ ἑτέρου». Στὴν πρώτη περίπτωση ἡ λέξη «αὐτὸ» παίρνει ψιλὴ ἀφοῦ τὸ ταῦ δὲν ἔγινε θῆτα, στὴν δεύτερη περίπτωση στὸ πὶ ἔγινε φὶ καὶ ἄρα τὰ «ἑνὸς» καὶ «ἑτέρου» δασύνονται.

Ἂς σημειωθεῖ ὅτι ὁ κανόνας αὐτὸς ἔχει καὶ κάποιες σπάνιες «ἐξαιρέσεις», οἱ ὁποῖες οὐσιαστικὰ δὲν εἶναι ἐξαιρέσεις ἀλλὰ ἁπλῶς λάθη ποὺ ἐπικράτησαν: γράφουμε μεθαύριο καὶ ἐφέτος ἐνῶ οἱ λέξεις αὔριο καὶ ἔτος δὲν δασύνονται (ἡ ἀπόδειξη: γράφουμε ἐπίσης ἐπαύριον καὶ ἐπετηρίς). Οἱ μονοτονιστὲς δὲν παύουν νὰ ἀναφέρουν αὐτὲς τὶς «ἐξαιρέσεις» γιὰ νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀχρηστία τοῦ κανόνα· παρ᾿ ὅλα αὐτὰ ὁ κανόνας εἶναι πολὺ χρήσιμος γιατὶ ἐφαρμόζεται σὲ ἑκατοντάδες περιπτώσεων ἐνῷ οἱ «ἐξαιρέσεις» εἶναι ἐλάχιστες.

Δεύτερη μέθοδος.

Ἄλλος κανόνας γιὰ δασυνόμενες λέξεις: ἐὰν παράγωγες γαλλικές, ἀγγλικὲς ἢ γερμανικὲς λέξεις ἀρχίζουν ἀπὸ h τότε ἡ λέξη δασύνεται. Μερικὰ παραδείγματα:

Λέξεις ποὺ δασύνονται.

ἅγιος

→ hagiography, hagiology, hagiographa

Ἅδης

→ hadean, hadopelagic

ἁδρός

→ hadron, hadrosaurus

αἷμα

→ hemophilia, hemorrhage

ἁλκυών

→ halcyon, halcyonic, halcyonidae

ἁλάτι

→ halogen, haloaromatic, halobacteria, halosaur

ἁλύσκειν

→ hallucinosis, hallucinate

ἅλως

→ halo

ἅπαξ

→ hapax legomenon, hapaxes

ἁπλός

→ haplodiploid, haploid, haploidisation, haplorrhini, Haplotype

ἁρμονία

→ harmony, harmonium, harmonica, harmonisation, harmonics...

ἁρμός

→ harmotome, arm

ἕτερος

→ hetero-

εὑρίσκω

→ heuristics

ἡγεσία

→ hegemony

ἥλιος

→ helion, heliotropic, heliocentric

ἥρωας

→ heroism

ἕλιξ

→ helix, helicopter, helicity

ἑπτά

→ heptarchy, heptagon, heptameter

ἱερός

→ hierarchy, hieroglyph

ἱστορία

→ history

ὕδωρ

→ hydrodynamics, hydrolysis

ὕπνος

→ hypnotism

ὅλος

→ holistics

ὅμοιος

→ homeopathy

ὁρίζοντας

→ horizon

ὧρα

→ horoscope

Λέξεις ποὺ παίρνουν ψιλή

στερητικόν

→ adiabatic, agnostic, ahistorical, amoral...

ἄβαξ

→ abacus, abaculus

ἄβυσσος

→ abyss, abyssal, abyssocottidae, abyssopelagic

ἄγαλμα

→ agalmatolite, agalmatophilia

ἀγαθή

→ agate, agathodaemon

ἀγάπη

→ agape, agapanthus, agapanthaceae

ἀγγαρεία

→ angary, angaria, angariate

ἀγγεῖον

→ angiosperm, angiocardiography, angiodysplasia...

ἄγγελος

→ archangel, evangelist

ἄγκιστρον

→ ancistrocladus, ancistrocactus, ancistrocheirus

ἀγκύλος

→ angle

ἄγκυρα

→ anchoring, anchorage

ἀγκώνας

→ ancona, ancon, anconal

ἀγορά

→ agoraphobia, agoranomos, agora

ἀγρός

→ agrobiology, agronomics, agrology

ἆγχος

→ αngina, anxious

ἀγωνία

→ agonize, antagonistic, agony

ἀδάμας

→ adamant, adamantine

ἀδελφός

→ adelphopoiesis, adelphous

ἀέρας

→ aerodynamics, aerofoil, aeronautics, aerobic, airplane, airship

ἀθλητής

→ athlete, athletics

αἰθάλη

→ aethalops, ethallobarbital

αἰθέρας

→ ether, ethereal

αἴγαγρος

→ aegagrus, aegagropila

αἰγιαλός

→ aegialornis, aigialosaur, aegialornithidae

αἰγίς

→ aegis

Aἴγυπτος

→ egyptology, egyptologist

αἴλουρος

→ ailurophobia, aelurodon, aeluroscalabotinae

Aἴολος

→ Aeolic, Aeolian, Aeolotropy

αἴσθηση

→ aesthetic, aesthetician, aestheticism, aesthete, aesthetics

αἰσχύνω

→ aeschynanthus, aeschynite

αἰτία

→ etiology, aetiology

αἰχμή

→ aechmophorus, aechmea

αἰώνας

→ eon

Ἀκαδημία

→ academy, academic

ἄκανθος

→ acantharea, acanthite, acanthocephala, acanthocercus...

ἀκάρι

→ acarid, acariasis, acarology

ἀκμή

→ acne, acnestis

ἀκόλουθος

→ anacoluthon, acolyte

ἀκόνη

→ aconitum, paragon

ἀκούω

→ acoustic guitar, acoustic nerve, acoustic theory, acoustics

ἄκρον

→ acrobat, acrocephalus, acrochordidae, acrochordon, acromantula, acronym, acrotomophilia

ἀκτίνα

→ actinium, actinobacteria, actinodine, actinolite...

ἂκτωρ

→ actor

ἀλάβαστρος

→ alabaster

ἀλλαντοειδής

→ allantois, allantoin

Ἀλέξανδρος

→ Alexander, alexipharmic, alexithymia, alexiteric

ἀλεποῦ

→ alopecia

ἀλεύρι

→ aleurone, aleuromancy

ἄλγος

→ -algia, arthralgia, cardialgia, cephalalgia...

ἀλοιφή

→ aliphatic, Aliphatic hydrocarbon

ἄλκιμος

→ analcite

ἀλληγορία

→ allegory

ἄλληλος

→ allelomorph, parallelogram

ἄλλος

→ allochthon, allodium, allodontidae, allogenes...

ἀλλότροπος

→ allotropy, allotropes, allotropism,

ἄλυσσος

→ alyssum, Alyssa

ἄλφα

→ alphabet, alphabetize, alphagram, alphanumeric...

Ἀμαζών

→ Amazon, Amazonomachy, Amazonite, Amazonia

Ἀμάλθεια

→ Amalthea

ἀμάρανθος

→ amaranth, amaranthaceae, amaranthoideae

Ἀμαρυλλίς

→ amaryllis, amaryllidaceae

ἀμαύρωσις

→ amaurosis, amaurophilia, amaurobiidae

ἀμβλύς

→ amblygonite, amblyopia, amblypoda

ἄμβροτος

→ ambrosia, ambrotype

ἄμβυξ

→ alembic, alembication, alembicated

ἄμβων

→ ambo

ἄμμος

→ ammoperdix, ammophila, ammotrechidae

ἀμμωνία

→ ammonia, ammoniacal

ἀμνός

→ amnion, amniotic, amniocentesis, amnioscope,

ἀμοιβή

→ amoeba, amoebic

ἄμυλον

→ amylin, amyloid, amylose, amylopectin, amylase, amyls, amylophagia, amyl

ἀμυγδαλή

→ almond

ἀμφί

→ amphipoda, amphioxus, amphiglossus

ἀμφορέας

→ amphora, ampulla

ἀμφότερος

→ amphoteric

ἀνά

→ anabolism, anachronism, anaplasia

ἄναξ

→ anax

Ἀνδρομέδα

→ Andromeda, Andromeda polifolia

ἄνεμος

→ anemometer, anemoscopy, anemoscope, anemophilous

ἀνεμώνη

→ anemone, sea-anemone

ἀνεύρισμα

→ aneurysm, microaneurysm

ἄνδρας

→ androcentrism, androgen, android, andrologist, andrology, androstephium, androsterone

ἄνθος

→ anthology, anthophyta, anthostema, anthogonium...

ἄνθρακας

→ anthrax, anthracotherium, anthracosauria, anthracosis

ἄνθρωπος

→ anthropology, anthropomorphism, anthropopathy...

ἀντί

→ antibiotic, anticyclone, antidiabetic, antihero...

ἄντρον

→ antrum

ἄξιος

→ axiological, axiology, axiology, axiom...

ἄξων

→ axis, axoneme, axoplasm, axisymmetric

ἀόριστος

→ aoristic, aorist

ἀορτή

→ aortic, aorta

ἀπάτη

→ apatite, apatosaurus

ἀπό

→ apology, apostrophe, apocrypha

ἀράχνη

→ arachnid

ἄργιλλος

→ argillite, argillaceous

Ἄρης

→ areo-, areocentric, areology, areography

ἀρκῶ

→ arc, arcade

ἀρθρῖτις

→ arthritis, osteoarthritis

ἄρθρον

→ arthropod, arthroscopy, arthropathy

ἀριθμός

→ arithmetic, logarithm

ἄριστος

→ aristocracy

ἄρκτος

→ arctic

ἀρκτοῦρος

→ arcturus, arcturis, arcturian

ἄρτιος

→ artiodactyl

ἀρχαῖος

→ archaeology, archetype

ἀρχή

→ archbishop, anarchy, archidiptera, archigram, archipelago...

ἀρχιτέκτων

→ architecture, architect

ἄρχων

→ archon, archosaur, archostemata

ἄρωμα

→ aroma, aromatic compounds

ἀσθένεια

→ asthenia, asthenopia

ἄσθμα

→ asthmatic

Ἀσία

Asia Minor, Asian, Asianisation, asiaphile

ἀσπάραγος

→ asparagine acid, aspartame, aspartate

ἀσπίδα

→ asp

ἀστέρι

→ asteroid, asterisk

ἀστράγαλος

→ astragalus, astragal

ἄστρον

→ astronomy, astrology, astrophysics, astronaut, astrolabe...

ἄσυλον

→ asylum

ἀσφυξία

→ asphyxiant

ἀτμόσφαιρα

→ atmosphere, atmospheric

Ἄτλας

→ atlas, Atlantic

ἄτομο

→ atomic, atomizer

Ἀττική

→ attic, atticism

αὐθεντικός

→ authentication, authentic

αὐστηρός

→ austerity

αὐξάνω

→ auxin, auxesis,

αὐτός

→ autonomy, automatic

Ἀφροδίτη

→ aphrodisiac, aphrodisia,

ἀψίδα

→ apse, apsis, apsidal, hassium, Diapsida

ἐγκυκλοπαίδεια

→ encyclopedia

εἰκόνα

→ icon, iconicity, iconoclast

ἔτυμον

→ etymology

εὖ

→ eulogy, euphoria

ἠώς

→ eocene

ἴδιος

→ idiolect, idiom, idiot, individual

ἰχθύς

→ ikhthus, ichthyology

οἶνος

→ oenomel

ὀλίγος

→ oligarchy

ὀξύς

→ oxygen

ὄργανον

→ organ, organism

ὀρθός

→ orthography, orthogonal

ὠόν

→ oocyte, oology

Προσοχή, αὐτὸς ὁ κανόνας δὲν ἰσχύει γιὰ τὰ ἰταλικὰ (οἱ Ἰταλοὶ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Δάντη κιόλας κατάργησαν τὸ h αὐτῶν τῶν λέξεων: eroismo, euristica...).

Δεν υπάρχουν σχόλια: