Ποτέ ξανά κίτρινα δόντια

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΔΙΑΚΟΥ (ΔΗΜΟΤΙΚΟ)

Τρία πουλάκια κάθουνταν ψηλά στη Χαλκουμάτα.
Το 'να τηράει τη Λειβαδιά και τ' άλλο το Ζητούνι,
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει:
- Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην' ο Καλύβας έρχεται, μην' ο Λεβεντογιάννης;
- Νουδ' ο Καλύβας έρχεται νουδ' ο Λεβεντογιάννης.
Ομέρ Βρυώνης πλάκωσε με δεκαοχτώ χιλιάδες.
 
Ο Διάκος σαν τ' αγροίκησε πολύ του κακοφάνη.
Ψηλή φωνή εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
"Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παλληκάρια,
δώσ' τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες,
γλήγορα για να πιάσουμε κάτω στην Αλαμάνα,
που 'ναι ταμπούρια δυνατά κι όμορφα μετερίζια".
 
Παίρνουνε τ' αλαφριά σπαθιά και τα βαριά τουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
"Καρδιά, παιδιά μου" φώναξε, "παιδιά μη φοβηθείτε,
σταθείτε αντρειά σαν Έλληνες και σα Γραικοί σταθείτε".
 
Ψιλή βροχούλαν έπιασε κι ένα κομμάτι αντάρα,
τρία γιουρούσιαν έκαμαν, τα τρία αράδα αράδα.
Έμεινε ο Διάκος στη φωτιά με δεκαοχτώ λεβέντες.
Τρεις ώρες επολέμαε με δεκαοχτώ χιλιάδες.
Βουλώσαν τα κουμπούρια του κι ανάψαν τα τουφέκια,
κι ο Διάκος εξεσπάθωσε και στη φωτιά χουμάει.
Ξήντα ταμπούρια χάλασε κι εφτά μπουλουκμπασήδες,
και το σπαθί του κόπηκε ανάμεσα απ' τη χούφτα
και ζωντανό τον έπιασαν και στον πασά τον πάνουν.
Χίλιοι τον παν από μπροστά και χίλιοι από κατόπι.
 
Κι ο Ομέρ Βρυώνης μυστικά στο δρόμο τον ερώτα:
"Γίνεσαι Τούρκος Διάκο μου, την πίστη σου ν' αλλάξεις,
να προσκυνήσεις στο τζαμί, την εκκλησιά ν' αφήσεις;"
Κι εκείνος τ' αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι:
"Πάτε κι εσείς κι η πίστη σας, μουρτάτες να χαθείτε!
Εγώ Γραικός γεννήθηκα Γραικός θε ν' αποθάνω.
Α, θέλετε χίλια φλωριά και χίλιους μαχμουτιέδες
μόνον εφτά μερών ζωή θέλω να μου χαρίστε,
όσο να φτάσει ο Οδυσσεύς και ο Θανάσης Βόγιας".
Σαν τ' άκουσε ο Χαλίλμπεης, αφρίζει και φωνάζει:
"Χίλια πουγκιά σας δίνω γω κι ακόμα πεντακόσια,
το Διάκο να χαλάσετε, το φοβερό τον κλέφτη,
γιατί θα σβήσει τη Τουρκιά κι όλο μας το ντοβλέτι".
                                                               
Το Διάκο τότε παίρνουνε και στο σουβλί τον βάζουν.
Ολόρτο τον εστήσανε κι αυτός χαμογελούσε,
την πίστη τους τούς ύβριζε, τους έλεγε μουρτάτες:
"Σκυλιά, κι α' με σουβλίσετε ένας Γραικός εχάθη.
Ας είναι ο Οδυσσεύς καλά και ο καπετάν Νικήτας,
που θα σας σβήσουν την Τουρκιά κι όλο σας το ντοβλέτι".

ΠΡΟΚΥΡΗΞΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΥΨΗΛΑΝΤΟΥ

" να υψώσωμεν το σημείον δι' ού πάντοτε νικώμεν, τον Σταυρόν! "

Προκήρυξη

Η ώρα ήλθεν, ώ άνδρες Έλληνες!

Oι αδελφοί μας και φίλοι είναι πανταχού έτοιμοι· oι Σέρβοι, oι Σουλιώται, καί όλη η Ήπειρος οπλοφορούντες μας περιμένουν· ας ενωθώμεν λοιπόν με ενθουσιασμόν! Η Πατρίς μας προσκαλεί!

Η Ευρώπη προσηλόνουσα τους οφθαλμούς της εις ημάς, απορεί διά την ακινησίαν μας· ας αντηχήσωσι λοιπόν όλα τα όρη της Ελλάδος από τον ήχον της πολεμικής μας σάλπιγγος και αι κοιλάδες από την τρομεράν κλαγγήν των αρμάτων μας. Η Ευρώπη θέλει θαυμάσει τας ανδραγαθίας μας oι δέ τύραννοι ημών τρέμοντες και ωχροί θέλουσι φύγη απ' έμπροσθέν μας.

Oι φωτισμένοι λαοί της Ευρώπης ασχολούνται εις την απόλαυσιν της ιδίας ευδαιμονίας και πλήρεις ευγνωμοσύνης διά τας προς αυτούς των προπατόρων μας ευεργεσίας, επιθυμούσι την ελευθερίαν της Ελλάδος.

Ημείς φαινόμενοι άξιoι της προπατορικής αρετής καί του παρόντος αιώνος είμεθα ευέλπιδες, να επιτύχωμεν την υπεράσπισιν αυτών και εις βοήθειαν πολλοί εκ τούτων φιλελεύθεροι θέλουσιν έλθη, διά να συναγωνισθώσι με ημάς. Κινηθείτε, ώ φίλοι, και θέλετε ιδή μίαν κραταιάν δύναμιν να υπερασπισθή τα δίκαιά μας! Θέλετε ιδή και εξ αυτών των εχθρών μας πολλούς οίτινες παρακινούμενοι από την δικαίαν μας αιτίαν, να στρέψωσι τα νώτα προς τον εχθρόν και να ενωθώσι με ημάς· ας παρρησιασθώσι με ειλικρινές φρόνιμα, η Πατρίς θέλει τους εγκολπωθή! Ποίος λοιπόν εμποδίζει τους ανδρικούς σας βραχίονας; Ο άνανδρος εχθρός μας είναι ασθενής και αδύνατος. Oι στρατηγοί μας έμπειροι, και όλοι oι ομογενείς γέμουσιν ενθουσιασμού! Ενωθήτε λοιπόν, oι ανδρείοι και μεγαλόψυχοι Έλληνες! Ας σχηματισθώσι φάλαγγες εθνικαί, ας εμφανισθώσι πατριωτικαί λεγεώνες, και θέλετε ιδή τους παλαιούς εκείνους κολοσσούς του δεσποτισμού να πέσωσιν εξ ιδίων, απέναντι των θριαμβευτικών μας σημαιών. Εις την φωνήν της σάλπιγγός μας όλα τα παράλια του loνίoυ και Αιγαίoυ πελάγους θέλουσιν αντηχήση· τα ελληνικά πλοία, τα οποία εν καιρώ είρήνης ήξευραν να εμπορεύωνται και να πολεμώσι, θέλουσι σπείρη εις όλους τους λιμένας του τυράννου με το πυρ και την μαχαίραν την φρίκην και τον θάνατον.

Ποία ελληνική ψυχή θέλει αδιαφορήση εις την πρόσκλησιν της Πατρίδος; Εις την Ρώμην ένας του Καίσαρος φίλος σείων την αιματωμένην χλαμύδα του τυράννου εγείρει τον λαόν. Tι θέλετε κάμη σεις ώ Έλληνες, προς τους οποίους η Πατρίς γυμνή δεικνύει μεν τας πληγάς της και με διακεκομμένην φωνήν επικαλείται την βοήθειαν των τέκνων της; Η θεία πρόνοια, ώ φίλοι συμπατριώται, εύσπλαγχνισθείσα πλέον τας δυστυχίας μας ηυδόκησεν ούτω τα πράγματα, ώστε μέ μικρόν κόπον θέλομεν απολαύση με την ελευθερίαν πάσαν ευδαιμονίαν. Αν λοιπόν από αξιόμεμπτον αβελτηρίαν αδιαφορήσωμεν, ο τύραννος γενόμενος αγριώτερος θέλει πολλαπλασιάση τα δεινά μας, και θέλομεν καταντήση διά παντός το δυστυχέστερον πάντων των εθνών.

Στρέψατε τους οφθαλμούς σας, ώ συμπατριώται! και ίδετε την ελεεινήν μας κατάστασιν· ίδετε εδώ τους ναούς καπατημένους· εκεί τα τέκνα μας αρπαζόμενα, διά χρήσιν αναιδεστάτην της αναιδούς φιληδονίας των βαρβάρων τυράννων μας· τους οίκους μας γεγυμνωμένους∙ τους αγρούς μας λεηλατισμένους και ημάς αυτούς ελεεινά ανδράποδα.

Eίναι καιρός να αποτινάξωμεν τον αφόρητον τούτον ζυγόν, να ελευθερώσωμεν τήν Πατρίδα, να κρημνίσωμεν από τα νέφη την ημισέλινον, δια να υψώσωμεν το σημείον δι' ού πάντοτε νικώμεν, λέγω τον Σταυρόν, και ούτω να εκδικήσωμεν την Πατρίδα, και την ορθόδοξον ημών Πίστιν από την ασεβή των ασεβών καιαφρόνησιν.

Μεταξύ ημών ευγενέστερος είναι, ος τις ανδρειωτέρως υπερασπισθή τα δίκαια της Πατρίδος και ωφελιμωτέρως την δουλεύσει. Το έθνος συναθροιζόμενον θέλει εκλέξη τους δημογέροντάς του, και εις την ύψιστον ταύτην βουλήν θέλουσιν υπέκει ολαι μας αι πράξεις.

Ας κινηθώμεν λοιπόν μέ εν κοινόν φρόνιμα, oι πλούσιοι ας καταβάλωσιν μέρος της ιδίας περιουσίας, oι ιερoί ποιμένες ας εμψυχώσωσι τον λαόν με το ίδιόν των παράδειγμα, και oι πεπαιδευμένοι ας συμβουλεύσωσιν τα ωφέλιμα. Oι δε εν ξέναις αυλαίς υπουργούντες στρατιωτικοί και πολιτικοί ομογενείς, αποδίδοντες τας ευχαριστίας εις ην έκαστος υπουργεί δύναμιν, ας ορμήσωσιν όλοι εις το ανοιγόμενον ήδη μέγα και λαμπρόν στάδιον, και ας συνεισφέρωσιν εις την πατρίδα τον χρεωστούμενον φόρον, και ως γενναίoι ας ενοπλισθώμεν όλοι άνευ αναβολής καιρού με το ακαταμάχητον όπλον της ανδρείας και υπόσχομαι εντός ολίγου την νίκην και μετ' αυτήν παν αγαθόν. Πoίoι μισθωτοί και χαύνοι δούλοι τολμούν να αντιπαραταχθώσιν απέναντι λαού, πολεμούντος υπέρ της ιδίας ανεξαρτησίας; Μάρτυρες oι ηρωικοί αγώνες των προπατόρων μας· Μάρτυς η lσπανία, ήτις πρώτη και μόνη κατετρόπωσεν τας αηττήτους φάλαγγας ενός τυράννου.

Με την ένωσιν, ώ συμπολίται, με το προς την ιεράν θρησκείαν σέβας, με την προς τους νόμους και τους στρατηγούς υποταγήν, με την ευτολμίαν και σταθηρότητα, η νίκη μας είναι βεβαία και αναπόφευκτος· αυτή θέλει στεφανώση μέ δάφνας αειθαλείς τους ηρωικούς αγώνας μας· αυτή με χαρακτήρας ανεξαλείπτους θέλει χαράξη τα ονόματα ημών εις τον ναόν της αθανασίας, διά το παράδειγμα των επερχομένων γενεών. Η Πατρίς θέλει ανταμείψη τα ευπειθή και γνήσιά της τέκνα με τα βραβεία της δόξης και τιμής· τα δε απειθή και κωφεύοντα εις την τωρινήν της πρόσκλησιν, θέλει αποκηρύξη ως νόθα και ασιανά σπέρματα, και θέλει παραδώση τα ονόματά των, ως άλλων προδοτών, εις τον αναθεματισμόν και κατάραν των μεταγενεστέρων.

Ας καλέσωμεν λοιπόν εκ νέου, ώ ανδρείοι, και μεγαλόψυχοι Έλληνες, την ελευθερίαν εις την κλασικήν γην της Ελλάδος. Ας συγκροτήσωμεν μάχην μεταξύ του Μαραθώνος και των Θερμοπυλών. Ας πολεμήσωμεν εις τους τάφους των Πατέρων μας, oι οποίοι δια να μας αφήσωσιν ελευθέρους επολέμησαν και επέθανον εκεί. Το αίμα των τυράννων είναι δεκτόν εις την σκιάν του Επαμινώνδου Θηβαίου, και του Αθηναίου Θρασυβούλου, οίτινες κατετρόπωσαν τους τριάκοντα τυράννους∙ εις εκείνας του Αρμοδίου και Αριστογείτονος, oι oπoίoι συνέτριψαν τον Πεισιστρατικόν ζυγόν· εις εκείνην του Τιμολέοντος ος τις απεκατέστησε την ελευθερίαν εις την Κόρινθον και τας Συρακούσας, μάλιστα εις εκείνας του Μιλτιάδου και Θεμιστοκλέους του Λεωνίδου και των Τριακοσίων, οίτινες κατέκοψαν τοσάκις τους αναριθμήτους στρατούς των βαρβάρων Περσών, των οποίων τους βαρβαρωτέρους και ανανδροτέρους απογόνους πρόκειται εις ημάς σήμερον με πολλά μικρόν κόπον να εξαφανίσωμεν εξ ολοκλήρου.

Εις τα όπλα λοιπόν, φίλοι, η Πατρίς μας προσκαλεί!

'Αλέξανδρος Υψηλάντης

Την 24 του Φεβρουαρίου 1821

Εις το γενικόν στρατόπεδον του Ιασίου

ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ

Ο Αθανάσιος Διάκος, μαθών ότι ο εχθρός έφθασεν εις το Ζητούνι, συγκαλέσας τους συναγωνιστάς του, ωμίλησε τά έξής:

«Αδελφοί Έλληνες! Έπειτα από τετρακοσίων χρόνων σκληράν σκλαβίαν, ο Θεός ευσπλαγχνισθείς απεφάσισε να μας δώση την ελευθερίαν, καθώς την εχαίροντο μίαν φοράν oι προπάτορές μας. Πλην διά να την απολαύσωμεν, πρέπει ν' αποφασίσωμεν ν' αποθάνωμεν με τα όπλα εις τας χείρας, και τότε ας την χαρώσιν oι μεταγενέστεροί μας. Ημείς ως τόσον θέλομεν απολαύσει τα δύο μεγαλήτερα καλά, τον παράδεισον και την αιώνιoν μνήμην των μεταγενεστέρων επειδή δια τον σταυρόν και την ελευθερίαν αποθνήσκομεν. Αν όμως δειλιάσωμεν τώρα, τότε αιωνίως εχάθημεν και ημείς και όλον το έθνος μας. Όθεν, όποιος αγαπά με την αλήθειαν την πίστιν και την πατρίδα, ας δράξη τα όπλα, και ας έλθη μαζί μου».

Ταύτα ειπών ο καλός πατριώτης έδραμεν αμέσως καί κατέλαβεν, ως είρηται, την γέφυραν, θέσιν την πλέον σημαντικήν και κινδυνώδη, τον οποίον πολλοί ηκολούθησαν,αλλά παρουσιασθέντος του κινδύνου, ολιγώτατοι τον εμιμήθησαν εξαιρέτως ο σεβασμιώτατος Επίσκοπος Σαλώνων Ησαΐας, όστις και έλαβεν τον ίδιoν στέφανον της δόξης με τον Διάκoν, φυλάξας την θέσιν του κατά το ευώνυμον του Διάκoυ, όπου ο εχθρός διέβαινε τον πόρον του ποταμού· και αφού εθυσίασεν ικανούς, απέθανεν και αυτός μαχόμενος υπέρ πίστεως και πατρίδος, και υπέρ των ιδίων λογικών του προβάτων.

Ο ΒΡΑΧΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΜΑ

Στο συμβολισμό του ποιήματος, βράχος είναι
ο κατακτητής Τούρκος και κύμα ο υπόδουλος Ελληνισμός.
 
"Μέριασε βράχε να διαβώ!" το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γυαλού θολό, μελανιασμένο.
Μέριασε, μες στα στήθη μου, που 'σαν νεκρά και κρύα,
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
 
Αφρούς δεν έχω γι' άρματα, κούφια βοή γι' αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου, που 'πε τώρα,
βράχε, θα πέσης, έφτασεν η φοβερή σου ώρα!
 
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο
και σω 'γλυφα και σω 'πλενα τα πόδια δουλωμένο,
περήφανα μ' εκύτταζες και φώναζες του κόσμου
να δει την καταφρόνεση, που πάθαινε ο αφρός μου.
 
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ' εφιλούσα
μέρα και νύχτα σ' έσκαφτα, τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ' άνοιγα, το λάκκο που 'θε κάμω
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στην άμμο.
 
Σκύψε να ιδής τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελα σου τα 'φαγα, σ' έκαμα κουφολίθι.
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήση στο λαιμό... Εξύπνησα λιοντάρι!


ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ

Ο Διονύσιος Σολωμός, ο μεγαλύτερος νεοέλληνας ποιητής, γεννήθηκε στις 8 Απριλίου 1798 στη Ζάκυνθο, ως εξώγαμο τέκνο του κόντε Νικολάου Σολωμού και της υπηρέτριας του Αγγελικής Νίκλη.

Σε πολύ μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και με τη συνοδεία του Ιταλού δασκάλου του Ρώσση φεύγει για σπουδές στην Ιταλία (1808).

Στα 1815 παίρνει το απολυτήριο από το Λύκειο της Κρεμόνας και εγγράφεται στο πανεπιστήμιο της Πάβιας, απ΄ όπου παίρνει το πτυχίο της Νομικής. Παράλληλα προς τις σπουδές στην νομική, για την οποία ουδέποτε ενδιαφέρθηκε, αρχίζει να γράφει στίχους στην Ιταλική γλώσσα, ενώ έρχεται σε επαφή με διαπρεπείς φιλοσόφους, φιλολόγους και αξιόλογους εκπροσώπους της λογοτεχνικής κινήσεως της εποχής.

Στα 1818 επιστρέφει στη Ζάκυνθο και παραμένει στο νησί επί μια δεκαετία, όπου αρχίζει να γράφει τα πρώτα του αξιόλογα στιχουργήματα στα ελληνικά, αποτελώντας συγχρόνως την ψυχή μιας φιλολογικής συντροφιάς που συνέθεταν ο κόμης Παύλος Μερκάτης, ο ποιητής Αντώνης Μάτεσης, ο ποιητής και συγγραφέας Γιώργος Τερτσέτης, ο γιατρός Διονύσιος Ταγιαπιέρας, ο γιατρός και λόγιος Διονύσιος Ροίδης κ.α.

Σημαντική για την όλη πνευματική εξέλιξη του Σολωμού υπήρξε η συνάντηση του με τον πολιτικό και λόγιο Σπ. Τρικούπη ( το 1822) ο οποίος τον παρακίνησε προς την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στρέφοντάς τον οριστικά προς την ελληνική ποίηση.

Στα τέλη του 1828 εγκαθίσταται μόνιμα στην Κέρκυρα συνεχίζοντας την ενασχόληση του με την ποίηση σχεδόν απομονωμένος, σχετιζόμενος με ελάχιστους και εκλεκτούς φίλους όπως ο Νικ. Μάντζαρος, Ι. Ζαμπέλης, Ερμ. Λούντζης, Ι. Μενάγιας, Ι. Πολυλάς, Ιούλ. Τυπάλδος, Γεώργιος & Γεράσιμος Μαρκοράς, Π. Κουαρτάνος και άλλοι.

Στις 3 Φεβρουαρίου του 1849 παρασημοφορήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Σωτήρος, γιατί με την ποίηση του διέγειρε τα αισθήματα του λαού στον αγώνα για εθνική ανεξαρτησία.

Ο θάνατός του, που επήλθε το Φεβρουάριο του 1857 στην Κέρκυρα, ύστερα από αλλεπάλληλες εγκεφαλικές συμφορήσεις, προκάλεσε ιδιαίτερη συγκίνηση σ΄ όλα τα Επτάνησα.

ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΕΡΓΑ ΤΟΥ

Μέσα σε ένα μόλις μήνα μετά την εγκατάστασή του στη Ζάκυνθο [Μάιος 1823] έγραψε τον «Ύμνο στην Ελευθερία» στον οποίο η έμπνευση και η θέρμη της ψυχής του υποσκελίζουν τη μορφοπλαστική του ικανότητα. Στο ίδιο ποίημα, διαφαίνεται και η επίμονη προσπάθεια του Σολωμού για τη διαμόρφωση και διάπλασή της ποιητικής του γλώσσας. Λίγο αργότερα, ο Σολωμός συνέθεσε το λυρικό ποίημα «Εις τον θάνατο του Λόρδ Μπάυρον» και ακολούθησαν «Η καταστροφή των Ψαρών» [1825], «Η Φαρμακωμένη» [1826], «Ο Λάμπρος» [1826], «Εις Μοναχήν» [1829], «Ο Κρητικός» [1833], «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», «Ο Πορφύρας» [1849] και διάφορα άλλα ποιήματα, επιγράμματα, σατιρικά ποιήματα και ποιήματα στην ιταλική γλώσσα.

ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ

Η πιο σημαντική ίσως προσωπικότητα της ελληνικής επανάστασης είναι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο «Γέρος του Μοριά». Το όνομά του ταυτίστηκε με τους αγώνες των Ελλήνων για ελευθερία και σπάνια μπορεί κάποιος να συναντήσει στην ιστορία τόσο πλούσια σε περιπέτειες και γεγονότα ζωή. Τα έζησε όλα: Τη χαρά, τη λύπη, την απογοήτευση, τον ενθουσιασμό, τη μοναξιά, την περιφρόνηση, την περηφάνεια. Πέρασε πολλές φορές από τη δόξα στην αφάνεια, από το θρίαμβο στην ήττα, από την ηγεσία των Ελλήνων στη φυλακή και στην καταδίκη.

Γεννήθηκε κάτω από ένα δέντρο τη Δευτέρα του Πάσχα του 1770 αφού η μητέρα του, ετοιμόγεννη, έφυγε από το χωριό της, κυνηγημένη από τους Τούρκους. Όταν ήταν 10 χρονών ο πατέρας του σκοτώθηκε. Στα δεκαπέντε του ήταν ήδη αρματωλός και δυο χρόνια αργότερα πολεμούσε τους Τούρκους σε άλλη μια επανάσταση στα βουνά της Πελοποννήσου. Το 1798 απέκτησε δικό του καράβι και με αυτό κτυπούσε αλύπητα τα τουρκικά πλοία. Λίγα χρόνια αργότερα καταδιωκόμενος από τους Τούρκους ανέβηκε και πάλι στα βουνά συνεχίζοντας τον αγώνα του. Κυνηγημένος αναγκάστηκε να περάσει στη Ζάκυνθο.

Όταν τα Επτάνησα πέρασαν από τους Ρώσους στους Άγγλους, οι τελευταίοι αποφάσισαν να ιδρύσουν στρατιωτικές μονάδες με Έλληνες στρατιώτες. Ο Κολοκοτρώνης κατατάχθηκε σε αυτές και πήρε το βαθμό του Λοχαγού. Πολέμησε με τους Άγγλους στον πόλεμό τους με τη Γαλλία του Ναπολέοντα. Προβιβάστηκε μάλιστα σε Ταγματάρχη. Με το τέλος του πολέμου οι ελληνικές μονάδες διαλύθηκαν και ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε χωρίς δουλειά να προσπαθεί να ζήσει την οικογένειά του (τρεις γιους, δυο κόρες, τη γυναίκα και την ηλικιομένη μάνα του). Ασχολήθηκε με το ζωεμπόριο ενώ έκανε κάποτε και τον χασάπη.

Το μυαλό όμως του, ώριμου πια, Κολοκοτρώνη ήταν στην απελευθέρωση της πατρίδας. Την 1η Δεκεμβρίου 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία που ήδη προετοίμαζε τον αγώνα. Το Γενάρη του 1821 επιστρέφει στην πατρίδα του. Προσπαθεί να συμφιλιώσει τους οπλαρχηγούς του Μοριά και να τους οργανώσει για να αρχίσουν την επανάσταση ενωμένοι και δυνατοί.

Στις 23 Μαρτίου 1821 ελευθερώνει την πρώτη ελληνική πόλη, την Καλαμάτα. Αμέσως μπήκε στο μυαλό του η απελευθέρωση της πρωτεύουσας της Πελοποννήσου, Τριπολιτσάς. Μετά από πολύ αγώνα καταφέρνει να πείσει και τους υπόλοιπους και έτσι στις 23 Σεπτεμβρίου 1821 το κέντρο της Πελοποννήσου είναι ελεύθερο. Στις 26 Ιουλίου 1822 συντρίβει στα Δερβενάκια τη στρατιά του Δράμαλη που κατεβαίνοντας από τη Στερεά Ελλάδα σκόρπισε το φόβο και τρόμο στους Έλληνες.

Η αχαριστία και η ζήλεια όμως στο πρόσωπό του άρχισαν να εκδηλώνονται εντονότερα. Ήρθε σε αντίπαλότητα με τα μέλη της κυβέρνησης που σχηματίστηκε στα απελευθερωμένα ελληνικά εδάφη. Οι πολιτικοί προσπαθούν να τον μειώσουν και να τον καταστρέψουν. Η κατάσταση οδήγησε δυστυχώς σε εμφύλιο πόλεμο. Έτσι ενώ οι Τούρκοι προσπαθούσαν να καταπνίξουν την επανάσταση οι Έλληνες άρχισαν να σκοτώνονται μεταξύ τους. Στις 13 Νοεμβρίου 1824 δολοφονήθηκε από τους αντιπάλους του ο μεγάλος γιος του Κολοκοτρώνη, ο Πάνος. Συγκλονισμένος ο γέρος του Μοριά αποφάσισε να παραδοθεί στην κυβέρνηση για να σταματήσει ο εμφύλιος. Έτσι από ηγέτης της επανάστασης βρέθηκε στη φυλακή.

Με το φυσικό αρχηγό της φυλακισμένο και τον αδελφοκτόνο πόλεμο να συνεχίζεται, η επανάσταση σχεδόν έσβησε. Η κυβέρνηση τότε αποφάσισε να αποφυλακίσει τον Κολοκοτρώνη. Ο στρατηγός έκανε ό,τι μπορούσε καλύτερο και στην ουσία μόνος του, μετά το θάνατο του Καραϊσκάκη, κράτησε την επανάσταση ζωντανή μέχρι που οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής συμφώνησαν να ιδρυθεί ένα ανεξάρτητο ελληνικό κράτος.

Πρώτος κυβερνήτης ήταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, που βρήκε στον Κολοκοτρώνη ένα πολύτιμο συνεργάτη και βοηθό στο εξαιρετικά δύσκολο έργο που είχε αναλάβει: Να φτιάξει ένα κράτος από το τίποτα. Οι εμφύλιες όμως διαμάχες δεν σταμάτησαν και είχαν ως αποτέλεσμα τη δολοφονία του κυβερνήτη το 1831.

Όταν στην Ελλάδα έφτασε ο νεαρός βασιλιάς Όθωνας, ο Κολοκοτρώνης προσπαθεί να συνεργαστεί μαζί του. Οι σύμβουλοι όμως του βασιλιά, πιστεύοντας στα λόγια των Ελλήνων, εχθρών του Κολοκοτρώνη, πείθονται ότι ο γέρος του Μοριά ετοιμάζει πραξικόπημα εναντίον του βασιλιά. Με την κατηγορία της προδοσίας ο Κολοκοτρώνης βρίσκεται και πάλι στη φυλακή. Κινδυνεύει μάλιστα να καταδικαστεί σε θάνατο.

Στη δίκη οι τρεις από τους πέντε δικαστές υπέγραψαν ότι είναι ένοχος. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου όμως και ακόμα ένας δικαστής αρνήθηκαν να υπογράψουν, καταλαβαίνοντας το ψέμα και την αδικία. Τελικά το δικαστήριο ανακοίνωσε την καταδίκη του Κολοκοτρώνη σε θάνατο. Ο μεγάλος ηγέτης του έθνους θα σκοτωνόταν από το κράτος που ο ίδιος θυσίασε όλη του τη ζωή για να δημιουργηθεί. Ευτυχώς, με την επέμβαση των μεγάλων δυνάμεων, η ποινή μετατράπηκε σε ισόβια φυλάκιση. Έτσι ο Κολοκοτρώνης βρέθηκε ξανά στη φυλακή. Αποφυλακίστηκε ένα χρόνο αργότερα με απόφαση του βασιλιά.

Τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του τα έζησε ειρηνικά. Όταν πλησίαζε το τέλος του, ίσως γιατί το είχε καταλάβει, έκανε μια μεγάλη περιοδεία στην Πελοπόννησο, περνώντας ξανά από τα μέρη όπου είχε πολεμήσει. Ο μεγάλος αυτός άντρας πέθανε στα 73 του χρόνια στις 4 Φεβρουαρίου 1843 μετά από το γλέντι για το γάμο του μικρού του γιου. Η ψυχή του πήγε να συναντήσει τους νεκρούς συμπολεμιστές του και το δολοφονημένο του γιο Πάνο.

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2008

ΡΗΓΑΣ ΦΕΡΑΙΟΣ

Ο Ρήγας Φεραίος υπήρξε από τους μεγαλύτερους δάσκαλους και εθνομάρτυρες του Γένους.


· Η ζωή του
Γεννήθηκε το 1757 στο Βελεστίνο. Από την ιδιαίτερη αυτή πατρίδα του εξάλλου απέκτησε και το όνομα Βελεστινλής, ενώ το πραγματικό του όνομα ήταν Αντώνιος Κυριαζής ή Κυρίτζης. Το επώνυμο Φεραίος προφανώς αποτελεί δημιούργημα μεταγενέστερων λογίων και οφείλεται στο αρχαίο όνομα της γενέτειράς του "Φέραι".
Τα πρώτα του γράμματα τα διδάχτηκε στη Ζαγορά του Πηλίου. Κατόπιν κατέφυγε στον Όλυμπο, για να μείνει για λίγο καιρό κοντά στο συγγενή του αρματολό Ζήρα, προκειμένου να αποφύγει την καταδίωξη της τουρκικής εξουσίας. Από εκεί έφυγε για να πάει στο Άγιο Όρος και σε ηλικία 20 χρονών στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί γνωρίστηκε με επιφανείς Φαναριώτες και γρήγορα έγινε γραμματικός καταστιχάριος του Αλέξανδρου Υψηλάντη και αργότερα γραμματέας του ηγεμόνα της Βλαχίας, Μαυρογένη. Αργότερα, διορίστηκε στην υπηρεσία του ηγεμόνα της Ουγγροβλαχίας βαρόνου Λάγκεφελντ, ο οποίος είχε ελληνική καταγωγή, και τον συνόδεψε στη Βιέννη. Στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον της αυστριακής πρωτεύουσας, ο Ρήγας, με τον ενθουσιώδη πατριωτισμό και τους υψηλούς οραματισμούς, νόμισε ότι βρήκε τις κατάλληλες συνθήκες για την ευόδωση των εθνικών του σχεδίων. Την ίδια περίοδο, το 1790, εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο, που είναι μια μετάφραση σειράς γαλλικών ερωτικών διηγημάτων. Η έκδοση του βιβλίου του αυτού αποτελούσε το εισιτήριο στο χώρο των γραμμάτων, στον οποίο και παρέμεινε μέχρι το τέλος της σύντομης ζωής του, επαναπροσδιορίζοντας ωστόσο στόχους και επιδιώκοντας τη μόρφωση και την αφύπνιση του σκλαβωμένου λαού του.

Το 1791 πήγε στο Βουκουρέστι, εμποτισμένος και επηρεασμένος από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης και με χαλυβδωμένη την απόφαση να πρωτοστατήσει στην απελευθέρωση της πατρίδας του, καθώς και των Βαλκανικών χωρών. Της ελπίδες του Ρήγα αναπτέρωσε η εμφάνιση του Ναπολέοντα. Πίστεψε στην προσωπικότητα του και ήλθε σε μυστικές συνεννοήσεις μαζί του, καθώς επίσης και με επίσημους γαλλικούς κύκλους. Ταυτόχρονα, άρχισε να γράφει και να κυκλοφορεί μυστικά προκηρύξεις, χάρτες, εικόνες, πατριωτικά θούρια και πολλά άλλα φυλλάδια που σκοπό είχαν την αφύπνιση του υπόδουλου Γένους. Κέντρο δράσης του εξακολουθούσε να είναι η Βιέννη, όπου ανθούσε η ελληνική παροικία στο εμπόριο και τα γράμματα και στην οποία ήταν συγκεντρωμένοι οι μεγαλύτεροι γραμματικοί και λόγιοι της εποχής του. Εκεί στρατολόγησε συνεργάτες, ενώ παράλληλα συντηρούσε πράκτορες και σε άλλες πόλεις της Δύσης και της Ανατολής.
Προς το τέλος του 1797 αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα και να συνεχίσει το επαναστατικό του έργο από εκεί, πλαισιωμένος αυτή τη φορά από μια σειρά από συνεργάτες. Στο ταξίδι της επιστροφής είχε μαζί του κιβώτια γεμάτα επαναστατικές προκηρύξεις. Η αυστριακή όμως αστυνομία ανακάλυψε το έντυπο υλικό και συνέλαβε τον ίδιο και τους συνεργάτες του στην Τεργέστη. Σιδηροδέσμιος οδηγήθηκε στη Βιέννη και ύστερα από διάβημα της Υψηλής Πύλης παραδόθηκε στον πασά του Βελιγραδίου, ο οποίος και τον στραγγάλισε με κάθε μυστικότητα, κατά ρητή διαταγή της κυβερνήσεώς του.

· Το έργο του
Το έργο του, παρά το σύντομο της ζωής του, υπήρξε πραγματικά τεράστιο τόσο σε έκταση, όσο και σε περιεκτικότητα. Το 1790 στη Βιέννη εξέδωσε δύο βιβλία, το "Σχολείο των ντελικάτων εραστών" και το "Φυσικής απάνθισμα". Το 1797, πάλι στη Βιέννη, εξέδωσε τον "Ηθικό τρίποδα" και τον "Νέο Ανάχαρση. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε στη Βιέννη επίσης τους "Ύμνους" του, καθώς και την περίφημη "Χάρτα" του. Ένα χρόνο πριν είχε εκτυπώσει κρυφά στη Λειψία της Γερμανίας τη "Δημοκρατική προκήρυξη". Το σημαντικότερο από τα έργα του αποτελεί η "Νέα πολιτική διοίκησης των κατοίκων της Ρούμελης, της Μ. Ασίας, των Μεσογείων Νήσων και της Βλαχομπογδονίας". Σ' αυτό το έργο του είχε συμπεριλάβει και τον περίφημο "Θούριό" του, ο οποίος τόσο ενθουσιασμό προκαλούσε "εις πάσαν ελληνικήν καρδίαν", ώστε το άκουσμά του μετέβαλλε τους "απλοϊκούς υπηρέτας εις υπερανθρώπους"

Η λογοτεχνική προσφορά του Ρήγα δε δύναται βέβαια να διεκδικήσει υψηλή ποιητική θέση. Ωστόσο είναι κάτι μνημειώδες και μεγάλο. Ο Παλαμάς γράφει σχετικά: " Ο άνθρωπος αυτός δεν γράφει στίχους, σαλπίζει στίχους", "…το κήρυγμα του Ρήγα μεταβάλλεται εις άσμα. Και μόνη της ειλικρινείας του η ζέσις και της θελήσεώς του η ορμή το εξαίρουν εις ποίημα". Νωρίτερα ο Κούμας είχε γράψει: "Με γλώσσαν τόσον δημώδη, ώστε την εκαταλάμβανε πάσα τάξις ελληνική, εις νόμον νουσικόν όστις ήτο πάγκοινος εις τα στόματα όλης της κατωτέρας κλάσεως της Στερεάς Ελλάδος, εσύνθεσε ωδήν παθητικότατην…Μιικροί και μεγάλοι και αυταί αι γυναίκες έψαλλον την του Ρήγα ωδήν εις παν συμπόσιον και εις πάσαν συντροφίαν. Αυτός ακριβώς ήταν ο εθνομάρτυρας Ρήγας, ο άνθρωπος που κατάφερε να μιλήσει στις ψυχές ολόκληρου του σκλαβωμένου έθνους.

ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ Ο ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΟΣ

Ο Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος) γεννήθηκε στην Αναστασίτσα Αρκαδίας το 1782, από τον Σταματέλο Τουρκολέκα και την Σοφία Καρούτσου, που ήταν αδερφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο χωριό του πατέρα του, αλλά σε ηλικία ένδεκα χρόνων ακολούθησε τον πατέρα του, που ήταν κλέφτης. Στη συνέχεια εντάχθηκε ως "μπουλουξής" στο σώμα του περιώνυμου κλέφτη Ζαχαριά Μπαρμπιστιώτη, όπου διακρίθηκε για την ανδρεία του και τα σωματικά του χαρίσματα.

Το 1805 με τον διωγμό των κλεφταρματολών της Πελοποννήσου πήγε στην Ζάκυνθο, εντάχθηκε στα Ρώσικα τάγματα και πολέμησε στην Ιταλία κατά του Ναπολέοντος. Αργότερα επέστρεψε στα Επτάνησα και υπηρέτησε τους Γάλλους, οι οποίοι τα είχαν καταλάβει με την συνθήκη Τίλσιτ. Στις 18 Οκτωβρίου 1818, ενώ βρίσκονταν στην Καλαμάτα μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία από τον Η. Χρυσοσπάθη. Για ένα διάστημα μαζί με τον Αναγνωσταρά και τον Δ. Πλαπούτα περιόδευε την Πελοπόννησο για τους σκοπούς της Εταιρίας. Στις 23 Μαρτίου μπήκε στην Καλαμάτα μαζί με άλλους στρατιωτικούς αρχηγούς. 'Υστερα από αυτό κατευθύνθηκε προς την Τριπολιστά και στις 12-13 Μαΐου πήρε μέρος στη μεγάλη μάχη του Βαλτετσίου Αρκαδίας, επικεφαλής 800 αγωνιστών. Αποφασιστική όμως ήταν η συμβολή του στη νίκη των Ελλήνων στα Δολιανά, όπου, ενώ κατευθυνόταν στον Ναύπλιο, με 150 μόλις αγωνιστές αντιμετώπισε πολλαπλάσιους (περί τους 6000) Τούρκους με επικεφαλή τον Κεχαγιάμπεη. Η φθορά που προκάλεσε στον εχθρό ήταν τόσο εντυπωσιακή ώστε από τότε ονομάστηκε Τουρκοφάγος και προήχθη σε στρατηγό. Λίγο αργότερα στάλθηκε από τον Κολοκοτρώνη να διευθύνει την πολιορκία του Ναυπλίου. Δεν έμεινε όμως για πολύ έφυγε για την Ανατολική Στερεά, όπου οι επαναστάτες της Αθήνας τον εξέλεξαν αρχηγό τους. επειδή αυτό προκάλεσε την αντίδραση των Μαυρομιχαλαίων, πήγε στην Λιβαδειά και συνεργάστηκε με τον Ο. Ανδρούτσο στις επιχειρήσεις για την ανακατάληψη τις Λιβαδειάς. Επιστρέφοντας στην Πελοπόννησο, πήρε, υπό τις διαταγές του Κολοκοτρώνη, ενεργό μέρος στην πολιορκία της Τριπολιστάς και κατά την άλωση της πόλης ήταν από τους ελάχιστους αρχηγούς που αρνήθηκαν να συμμετάσχουν στη διανομή των λαφύρων.

Στις αρχές Δεκεμβρίου του 1821 συμμετείχε στην άτυχη έφοδο κατά του Ναυπλίου όπου κινδύνευσε να αιχμαλωτιστεί. Τον Απρίλιο του 1822, μαζί με 700 αγωνιστές, πήγε πάλι στην Ανατολική Στερεά και πολέμησε μαζί με τον Ανδρούτσο στη Στυλίδα και την Αγία Μαρίνα. Κατά την εκστρατεία του Δράμαλη συνέβαλε αποφασιστικά στην απόκρουση των Τούρκων στα Μεγάλα Δερβένια, όπου διασκόρπισε την φρουρά που είχε εγκατασταθεί εκεί, άλλα κυρίως στον 'Αγιο Σώστη στις 26 Ιουλίου 1822, όπου οι Τούρκοι έπαθαν μεγάλες καταστροφές. Σημαντική επίσης ήταν η συμβολή του στη μάχη στο Αγιονόρι, δύο ημέρες αργότερα, κατά οι Τούρκοι είχαν πάνω από 600 νεκρούς. Η ανιδιοτέλεια του καταδείχθηκε όταν , όταν από το πλίθος των λαφύρων, πείστηκε να δεχθεί ένα πολύτιμο σπαθί, το οποίο ώμος πρόσφερε αργότερα σε ένα έρανο που από την προσωρινή κυβέρνηση για τον ανεφοδιασμό του Μεσολογγίου.

Το καλοκαίρι του 1823 επέστρεψε την Πελοπόννησο. Κατά τις εμφύλιες διαμάχες που ακολούθησαν στάθηκε στο πλευρό του Θ. Κολοκοτρώνη και έγινε αντίπαλος της κυβέρνησης Κουντουριώτη. Ωστόσο απέφευγε να παίρνει μέρος στις μάχες και προσπαθούσε πάντα να επιτύχει συμβιβασμό. Μετά την οριστική επικράτηση των κυβερνητικών κατέφυγε στο Μεσολόγγι, όπου πέρασε στην υπηρεσία του Δ. Μακρή. Κλείστηκε στην πολιορκημένη πόλη και πολέμησε κατά του Κιουταχή στη δεύτερη πολιορκία.

Μετά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο, δόθηκε αμνηστία. Τότε επέστρεψε στην Πελοπόννησο. Επικεφαλής στρατιωτικού σώματος πήρε μέρος σε πολλές μάχες κατά των Αιγυπτίων, ενώ παράλληλα αρνήθηκε να υπογράψει το "Ψήφισμα της Υποτέλειας" με το οποίο αναγνωριζόταν ως μοναδική "προστάτιδα" δύναμη της Ελλάδας η Μεγάλη Βρετανία. Το 1826, με 800 αγωνιστές, ακολούθησε τον Γ. Καραϊσκάκη στην εκστρατεία του στην Ανατολική Στερεά. Πήρε μέρος στη μεγάλη νίκη των Ελλήνων στην Αράχοβα (Νοέμβριος 1826). Αρρώστησε όμως σοβαρά από πλευρίτιδα και αναγκάστηκε να επιστρέψει στο Ναύπλιο. Μόλις ανάρρωσε, συνέχισε τον αγώνα κατά του Ιμπραήμ υπό τον Κολοκοτρώνη. Κατά την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας είχε διοριστεί αρχηγός της φρουράς. Στη συνέχεια όμως πήγε πάλι στην αττική και συμμετείχε στην εκστρατεία κατά του Κιουταχή υπό τον Καραϊσκάκη και την πανωλεθρία των Ελλήνων στο Φάληρο (24.4.1827) γύρισε στην Πελοπόννησο και αντιμετώπισε τον Ιμπραήμ στην Μεσσηνία.

Επί Καποδίστρια υπήρξε από τους στενότερους συνεργάτες του Κυβερνήτη και στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση του 'Αργους το 1829 πήρε μέρος ως πληρεξούσιος του Λεονταριού. Πολιτικά ακολουθούσε την Ρωσόφιλη παράταξη και στο διάστημα της αντιπολίτευσης κατά του Καποδίστρια στάθηκε στο πλευρό του. Μετά την άφιξη του 'Όθωνος έζησε απομονωμένος. Όταν όμως εξερράγη αντικυβερνητικό κίνημα στη Μεσσηνία τον 'Αυγουστο του 1834 φυλακίστηκε για λίγο από την βαβαρική Αντιβασιλεία. Το 1839 τον εμφάνισαν σαν ως στρατιωτικό αρχηγό της "Φιλορθόδοξης Εταιρείας", της οποίας στόχοι ήταν η απελευθέρωση των υπόδουλων περιοχών και η στήριξη της ορθόδοξης πίστης. Δικάστηκε στις 11 Ιουλίου 1840, η ενοχή του όμως δεν αποδείχθηκε και αθωώθηκε. Η αθωωτική απόφαση προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης, η οποία τον κράτησε υπό περιορισμό στην Αίγινα. Τελικά αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός και με κατεστραμμένη υγεία στις 18 Σεπτεμβρίου 1841. Αποτραβήχτηκε με την οικογένεια του στον Πειραιά, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Μετά την συνταγματική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1847 διορίστηκε μέλος της Γερουσίας. Από εκεί είχε μία μικρή σύνταξη, που ήταν και ο μοναδικός πόρος της ζωής του. Από την γυναίκα του Αγγελίνα, κόρη του Ζαχαριά, απέκτησε έναν γιο, τον Γιάννη, που έγινε στρατιωτικός, καθώς και δύο κόρες: την Ρεγγίνα και άλλη μία που τρελάθηκε από την λύπη της όταν τον είδε σε κακή κατάσταση μετά την πολύμηνη φυλάκιση του στην 'Αιγινα.

ΜΑΝΤΩ ΜΑΥΡΟΓΕΝΟΥΣ

Ηρωίδα της ελληνικής επανάστασης του 1821. Κόρη του Νικολάου Μαυρογένους, μεγαλέμπορου που ήταν εγκατεστημένος στην Τεργέστη. Πριν κηρυχθεί η επανάσταση, ήρθε με τον πατέρα της στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Τήνο.

Μόλις άρχισε ο αγώνας πήγε στη Μύκονο όπου εξόπλισε με δικά της χρήματα δύο πλοία, με τα οποία καταδίωξε η ίδια τους πειρατές που σάρωναν εκείνη την εποχή τη θαλάσσια περιοχή της Μυκόνου. Αργότερα δημιούργησε στόλο από έξι πλοία και συγκρότησε σώμα πεζικού που αποτελούνταν από 16 λόχους των πενήντα ανδρών και πήρε μέρος στην επιχείρηση της Καρύστου καθώς και στις μάχες του Πηλίου, της Φθιώτιδας και της Λειβαδιάς. Επέστρεψε κατόπιν στη Μύκονο και ασχολήθηκε με τη τροφοδοσία του ναυτικού αγώνα και τη συγγραφή των απομνημονευμάτων της.

΄Οταν έληξε η επανάσταση εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο. Της απονεμήθηκε από τον Καποδίστρια ο βαθμός της αντιστρατήγου. Το 1840 εγκαταστάθηκε στην Πάρο.

Πέθανε το 1848. Το σπίτι που πέθανε στην Πάρο σώζεται μέχρι σήμερα.

Η Μαντώ Μαυρογένους είχε στην κατοχή της από οικογενειακή κληρονομιά ένα πολύτιμο σπαθί. Λένε πως το σπαθί αυτό ήταν απ'τα χρόνια του Κωνσταντίνου του Μεγάλου. ΄Αλλοι λένε πάλι πως η Μεγάλη Αικατερίνη το είχε χαρίσει στον πατέρα της Μαντώς. ΄Ηταν "Χρυσοποίκιλτον και Αδαμαντοκόλλητον". Είχε χαραγμένη την επιγραφή "Δίκασον Κύριε τους αδικούντας με, τους πολεμούντας με, βασίλευε των Βασιλευόντων".

Σαν κατέβηκε στην Ελλάδα ο Καποδίστριας, η Μαντώ του χάρισε το "πατροπαράδοτον και πολυτιμότατον δια την αρχαιοτητά του σπαθίον", όπως γράφει και η ίδια. Ο Κυβερνήτης την ευχαρίστησε για το ιστορικό αυτό δώρο, "σπάθην οπλίσασαν την χεριά γενναίου τίνος προμάχου του Σταυρού".

Στον τιμητικό αποχαιρετιστήριο χορό, που δώσανε στο σπίτι του Αλεξάνδρου Κοντοσταύλου στην Αίγινα, για χάρη του στρατάρχη Μαιζών που θα έφευγε από την Ελλάδα, ο Καποδίστριας πρόσφερε το ιστορικό αυτό σπαθί στον Μαιζών, "ως τεκμήριον της προς αυτό ευγνωμοσύνης του ΄Εθνους".

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ

Ο Ιωάννης Καποδίστριας υπήρξε ο πρώτος κυβερνήτης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

· Η ζωή του
Γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1766. Ήταν γιος του Αντωνίου Καποδίστρια και τα μέλη της οικογένειας του έφεραν τον τίτλο του κόμη. Τα πρώτα του γράμματα τα διδάχτηκε στην Κέρκυρα και έπειτα σπούδασε ιατρική στην Πάντοβα της Ιταλίας. Όταν γύρισε στην πατρίδα του άσκησε την ιατρική μέχρι το 1803, οπότε διορίστηκε γραμματέας της Ιονίου Πολιτείας. Το 1807, όταν τα στρατεύματα του Μ. Ναπολέοντα κυρίευσαν για δεύτερη φορά τα νησιά του Ιονίου, ο Καποδίστριας έφυγε για την Τσαρική Ρωσία, όπου διακρίθηκε αμέσως για την αξιοσύνη του και κατάφερε να εισέλθει γρήγορα στους κύκλους της τσαρικής αυλής. Το 1811 διορίζεται γραμματέας της ρώσικης πρεσβείας στη Βιέννη, ενώ το 1812 ο ίδιος ο Τσάρος τον έκανε "σύμβουλο του κράτους". Έχοντας το αξίωμα αυτό πήρε μέρος με τον υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας Νέσσερλοντ στις διασκέψεις του Παρισιού και της Βιέννης, ύστερα από την πτώση του Ναπολέοντα. Το 1813 ο Τσάρος, έχοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητες του Έλληνα διπλωμάτη, τον έστειλε στην Ελβετία, με σκοπό να αποσπάσει τη χώρα από την επιρροή της Γαλλίας. Εκεί κατάφερε να συμφιλιώσει τα αντιμαχόμενα καντόνια και εφάρμοσε το ομοσπονδιακό σύστημα, το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα. Η ελβετική πολιτεία για τις υπηρεσίες του αυτές τον ανακήρυξε επίσημο πολίτη. Το 1815 ο τσάρος τον διόρισε υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας. Οι αντιδράσεις όμως των κύκλων της Ιερής Συμμαχίας, η οποία φανερά υποστήριζε τους Τούρκους και αντιπαθούσε τους Έλληνες, καθώς και το έκδηλο ενδιαφέρον του Καποδίστρια για την Ελληνική Επανάσταση, η ποία προετοιμαζόταν, έφεραν σε δύσκολη θέση τον Τσάρο, που διόρισε τελικά συνυπουργό των Εξωτερικών τον Νέσσερλοντ. Μετά την έκρηξη της Ελληνικής Επανάστασης ο Καποδίστριας κατάλαβε τη δυσπιστία του Τσάρου προς αυτόν και αναγκάστηκε να παραιτηθεί. Έτσι η Ιερή Συμμαχία κατάφερε να απομακρύνει τον Καποδίστρια από τη διεθνή πολιτική σκηνή.

· Η θέση του στην Ελληνική Επανάσταση
Ο Καποδίστριας, μολονότι υποστήριζε με κάθε τρόπο το υπόδουλο ελληνικό γένος, θεωρούσε την κήρυξη της επανάστασης πρόωρη, γιατί κατά τη γνώμη του έμπειρου διπλωμάτη οι συνθήκες ήταν δυσμενείς. Έτσι, όταν του πρότειναν να αναλάβει την αρχηγία της Φιλικής Εταιρίας, αρνήθηκε. Το 1820, όταν ήταν ακόμα υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, αρνήθηκε την αρχηγία της Επανάστασης, ύστερα από πρόταση του Ξάνθου και του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Ύστερα, όμως, από την κήρυξη της Επανάστασης, ο Καποδίστριας έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον και προσπάθησε να βοηθήσει με κάθε τρόπο τους υπόδουλους Έλληνες, ασκώντας κυρίως μεγάλη επιρροή στον τσάρο, προκειμένου να τον ευαισθητοποιήσει απέναντι στους Ορθόδοξους της Ανατολής, που υπέφεραν κάτω από τον Οθωμανικό ζυγό. Και παρόλο που οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης κατάφεραν να φέρουν σε αντίθεση τον Καποδίστρια με το Ρώσο Αυτοκράτορα και να τον απομακρύνουν από το διεθνή διπλωματικό στίβο, αυτός κατάφερε να περισώσει την Ελληνική Επανάσταση στην πιο κρίσιμη στιγμή της. Γιατί ενώ την ίδια εποχή η Ιερή Συμμαχία κατέπνιγε βίαια κάθε επαναστατικό κίνημα στη Ευρώπη, ο Καποδίστριας με την επιδεξιότητα και τις αναγνωρισμένες διπλωματικές ικανότητες του, κατόρθωσε να πείσει τις μεγάλες δυνάμεις να αναγνωρίσει το υπόδουλο ελληνικό έθνος ως εμπόλεμο κράτος. Έτσι απέτρεψε την κατάπνιξη της ελληνικής επανάστασης και επιπλέον δημιούργησε θετικές προϋποθέσεις για το μέλλον. Στις 2 Απριλίου του 1827 η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, ύστερα από πρόταση του Καραϊσκάκη και του Κολοκοτρώνη, τον εξέλεξε κυβερνήτη της Ελλάδας. Τότε αμέσως από το Παρίσι όπου βρισκόταν, επισκέφτηκε την Πετρούπολη, το Βερολίνο, το Λονδίνο και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, για να αποσπάσει οικονομική βοήθεια, η οποία ήταν αναγκαία για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

· Το κυβερνητικό του έργο
Ο Ιωάννης Καποδίστριας έφτασε στο Ναύπλιο το Γενάρη του 1828 για να αναλάβει τη διακυβέρνηση του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Οι Έλληνες τον υποδέχτηκαν στην πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους με πολλές τιμές και μεγάλο ενθουσιασμό. Η χώρα όμως που μόλις είχε βγει από μακροχρόνια επανάσταση όπως ήταν φυσικό βρισκόταν σε αποδιοργάνωση και αναρχία. Ο Καποδίστριας κατέβαλε τεράστιες προσπάθειες για τη συγκρότηση του κράτους και την αποκατάσταση της τάξεως. Από τα πρώτα του έργα ήταν η καταδίωξη των πειρατών του Αιγαίου, που ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων μεταξύ των Ελλήνων και των άλλων ευρωπαϊων, η ίδρυση της Σχολής των Ευελπίδων, η απογραφή του πληθυσμού, η διαίρεση της Πελοποννήσου σε 9 νομούς και η παραχώρηση του δικαιώματος ψήφου στους άνδρες πάνω από 25 χρονών. Επιπλέον ίδρυσε το Εθνικό Νομισματοκοπείο, το πανεπιστήμιο της Αθήνας και φρόντισε για θέματα δικαιοσύνης με τη θέσπιση νόμων. Επίσης υποστήριξε τη γεωργία και έφερε για πρώτη φορά στην Ελλάδα την καλλιέργεια της πατάτας. Ο Καποδίστριας όμως κατηγορήθηκε για συγκεντρωτισμό, γιατί, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα δύσκολα προβλήματα του κράτους, συγκέντρωσε σχεδόν όλες τις εξουσίες στο πρόσωπό του και προσπάθησε να μεταφυτεύσει θεσμούς ευρωπαϊκούς, ξένους προς τον χαρακτήρα των Ελλήνων. Έτσι, δημιουργήθηκαν δυσαρέσκειες ανάμεσα στις πολιτικές παρατάξεις, οι οποίες καλλιεργήθηκαν από τη διπλωματία της Αγγλίας και της Γαλλίας και οι οποίες θεωρούσαν τον Καποδίστρια όργανο της ρώσικης πολιτικής. Οι δυσαρέσκειες αυτές οδήγησαν σε εξεγέρσεις πολλών αγωνιστών, όπως των Μαυρομιχαλαίων, των Κουντουριώτιδων και άλλων, με αποτέλεσμα, στις 9 Οκτωβρίου του 1831, Κυριακή πρωί, ενώ ο Καποδίστριας πήγαινε να εκκλησιαστεί στο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο, ο Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης, τον περίμεναν και το δολοφόνησαν έξω από το ναό. Ο πρώτος από τους δολοφόνους σκοτώθηκε αμέσως στο χώρο του εγκλήματος από το εξαγριωμένο πλήθος, ενώ ο δεύτερος καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε αργότερα. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια την εξουσία ανέλαβε τριμελής επιτροπή από το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Αυγουστίνο Καποδίστρια και τον Ιωάννη Κωλέτη. Εντούτοις, η έλλειψη του Καποδίστρια από την πολιτική ζωή της Ελλάδας, σήμανε αμέσως την έναρξη της αναρχίας και της αποδιοργάνωσης του κράτους.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ

Ο Αδαμάντιος Κοραής υπήρξε από τους πιο φωτισμένους δασκάλους του Γένους. Η προσφορά του στάθηκε τεράστια σε μέγεθος και βαρύτητα, ενώ η διδασκαλία του αποτέλεσε σταθμό στην διαμόρφωση του πνευματικού και πολιτικού στοχασμού του Έθνούς.

· Η ζωή του
Γεννήθηκε το 1748 στη Σμύρνη. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια που έτρεφε αγάπη για τα γράμματα. Τα πρώτα του γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική σχολή της Σμύρνης. Το 1771 πήγε στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας με σκοπό να επεκτείνει τις εμπορικές δραστηριότητες του πατέρα του. Τα χρόνια της παραμονής του στην Ολλανδία, ο Κοραής τα χρησιμοποίησε για την πνευματική του συγκρότηση και ασχολήθηκε με τις σπουδές του περισσότερο, παρά με το εμπόριο.

Το 1778 επέστρεψε στη Σμύρνη, για να ξαναφύγει αργότερα, το 1782, για το Μονπελιέ της Γαλλίας, όπου σπούδασε ιατρική και διέπρεψε. Όταν πέθαναν οι γονείς του, αναγκάστηκε να παραδίδει μαθήματα ελληνικής και να μεταφράζει ιατρικά συγγράμματα, για να μπορέσει να βγει από τη δύσκολη οικονομική θέση. Μπορούσε να γράφει συνολικά 10 γλώσσες, μεταξύ άλλων την εβραϊκή, τη λατινική, καθώς και την αρχαία ελληνική. Το 1786 πήρε το πτυχίο της ιατρικής και έγινε διδάκτορας.

Το 1788 πήγε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με εξέχουσες προσωπικότητες, επιφανείς επιστήμονες, διανοούμενους και λόγιους. Βλέποντας τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 σαν αποτέλεσμα της παιδείας του γαλλικού λαού, κατάλαβε νωρίς ότι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να απελευθερωθεί από το ξενικό ζυγό, ήταν η παιδεία. Έθεσε λοιπόν σκοπό της ζωής του τη μόρφωση των Ελλήνων, για να μπορέσουν να αποτινάξουν τον τούρκικο ζυγό. Εξέδωσε σχολιασμένους τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και τους έστελνε στην Ελλάδα, συνιστούσε ομόνοια προς τους πρόκριτους και τους στρατιωτικούς, ίδρυσε το " Ελληνικό Κομιτάτο", εξέδιδε πολιτικά φυλλάδια, ενεργούσε για να σταλούν πολεμοφόδια, φάρμακα και γιατροί στην Ελλάδα και κατέβαλε διάφορες άλλες φιλότιμες προσπάθειες για να βοηθήσει την επαναστατημένη πατρίδα.

Ο Αδαμάντιος Κοραής πέθανε το 1833 στο Παρίσι. Για την πολύπλευρη και πολύτιμη βοήθειά του προς το αγωνιζόμενο έθνος, η ΄Γ εθνοσυνέλευση τον ανακήρυξε " άξιον της πατρίδος", ενώ το 1877 τα οστά του μεταφέρθηκαν από τη Γαλλία και τοποθετήθηκαν σε μεγαλόπρεπο μνημείο του Ά νεκροταφείου Αθηνών.

· Το φιλολογικό του έργο
Ο Αδαμάντιος Κοραής υπήρξε από τους μεγαλύτερους φιλόλογους της νεότερης Ελλάδας. Εξέδωσε 66 τόμους βιβλίων, από τα οποία τα 17 αποτελούν την "Ελληνική Βιβλιοθήκη" και οι 9 τα "Πάρεργα της Ελληνικής Βιβλιοθήκης". Τα βιβλία αυτά κίνησαν τον θαυμασμό των ξένων φιλολόγων και συγχρόνως γαλούχησαν το γένος με τα νάματα της προγονικής σοφίας. Γιατί δεν πρόκειται για ξηρά αρχαία κείμενα , που προορίζονται για τους ειδικούς. Αντίθετα, περιέχουν "προλεγόμενα", "αυτοσχέδιους στοχασμούς περί παιδείας και γλώσσης", σημειώσεις και παρατηρήσεις του Κοραή. Επιπλέον σχολίασε και εξέδωσε τον Όμηρο, τον Πλάτωνα , τον Αριστοτέλη, τον Ισοκράτη, τον Ξενοφώντα, τον Πλούταρχο και πολλούς άλλους αρχαίους φιλοσόφους, Συγχρόνως έγραψε "Πολιτικάς παραινέσεις προς του Έλληνας"που περιείχαν πολιτικά, ηθικά, κοινωνικά και άλλα παραγγέλματα, ενώ παράλληλα αλληλογραφούσε με Έλληνες και ξένους, υπέβαλε υπόμνημα στο Ναπολέοντα και ζήτησε "την ελπιζόμενην απ' αυτόν ελευθερίαν της Ελλάδος", εξέδωσε πατριωτικά φυλλάδια, όπως το "Υπόμνημα περί της παρούσας καταστάσεως του πολιτισμού εν Ελλάδι" και το "Πολεμιστήριον σάλπισμα", καθώς και άλλα θρησκευτικά, παιδαγωγικά και ιατρικά βιβλία.

· Η θέση του στο γλωσσικό ζήτημα
Το γλωσσικό ζήτημα αποτελούσε από τα κυριότερα ενδιαφέροντα του Κοραή. Πίστευε ότι η ελληνική γλώσσα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική βοήθεια προς του αγωνιζόμενους Έλληνες, στην προσπάθειά τους να αποτινάξουν τον τούρκικο ζυγό. Βασική γραμμή του είναι η "μέση οδός". Έγραφε: " μήτε τύραννοι των χυδαίων, μήτε δούλοι της χυδαιότητας αυτών". Συνιστούσε ένα πάντρεμα της αρχαίας ελληνικής με την ομιλούμενη, ένα μείγμα ενιαία οργανωμένο και διαρθρωμένο και απ' όλους εύχρηστο και κατανοητό. Κάποτε παρατήρησε: "είναι πιθανόν ότι ούτε οι Πλάτωνες ούτε οι Ισοκράται δεν έγραφον , ώστε να καταλαμβάνωνται από τους κωπηλάτας" υποστήριζε λοιπόν τη διόρθωση της γλώσσας, ώστε να πετύχει ένα συμβιβασμό ανάμεσα στις ακραίες θέσεις των δύο αντιμαχόμενων μερίδων.

Ο Αδαμάντιος Κοραής υπήρξε ο φωτεινότερος και ο πιο ανεκτίμητος δάσκαλος του Γένους, που του συμπαραστάθηκε ουσιαστικά και αποτελεσματικά στην πιο κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του. Η ακτινοβολία του στάθηκε τεράστια και οι επιδράσεις του υπήρξαν από τις πιο μόνιμες και οριστικές στη διαμόρφωση του νεοελληνικού στοχασμού, ενώ ανάμεσα στους οπαδούς του συγκαταλέγονται σπουδαίοι λόγιοι της εποχής του, μεταξύ άλλων ο Κούμας, ο Φαρμακίδης, ο Οικονόμος, ο Άνθιμος Γαζής και άλλοι φωτισμένοι δάσκαλοι του Γένους. Η προσφορά του, υλική και πνευματική, είναι ανυπολόγιστη σε αξία και μέγεθος και ανεξάντλητη σε ιστορική συνέχεια και παραμένει ο αποφασιστικότερος σταθμός στην πνευματική πορεία του έθνους.

ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Παλαιών Πατρών Γερμανός(Δημητσάνα 1771-Ναύπλιο 1826) Ένας από τους πρωτεργάτες του 1821. Το κοσμικό όνομα του ήταν Γεώργιος Γκότζιας. Νέος πήγε στη Σμύρνη και συνδέθηκε φιλικά με τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε' τον οποίο ακολούθησε στη Κωνσταντινούπολη. Το 1806 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Πατρών και κέρδισε την εμπιστοσύνη των προκρίτων της Αχαϊας. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Στη σύσκεψη Βοστίτσας τον Ιανουάριο του 1821 ήρθε σε σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα γιατί ο Γερμανός θεωρούσε πρόωρη την κύρηξη της Επανάστασης. Τα γεγονότα τον έκαναν να υποχωρήσει.

Στις 23 Μαρτίου ευλόγησε τους Επαναστάτες στο Μοναστήρι της 'Αγιας Λαύρας υψώνοντας για λάβαρο το παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης του ναού. Την άλλη μέρα με 500 άνδρες ξεκίνησε να πολιορκήσει το κάστρο της Πάτρας. Τον Οκτώμβριο του 1822 έφυγε για Ιταλία και επέστρεψε το καλοκαίρι του 1824. Το 1825 οι στρατιώτες του Ι.Γκούρα τον κακοποίησαν και λεηλάτησαν τα υπάρχοντά του. Συμμετείχε στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.

Είναι συγγραφέας απομνημονευμάτων που αποτελούν σπουδαία πηγή πληροφοριών για τα πρώτα 2 χρόνια της Επανάστασης του 1821.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ

Ο Θρυλικός αυτός ήρωας του 1821, γεννήθηκε στη Μουσουνίτσα της Παρνασσίδος το 1788.

Παιδί ακόμα μπήκε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Σε ηλικία 20 χρονών άφησε τη ζωή του μοναστηριού και πήρε τα όπλα εναντίον των Τούρκων.

Ο Διάκος ήταν άφταστος στα αγωνίσματα, στα όπλα και στην ανδρεία. Στα 1818 έγινε το πρώτο από τα επτά πρωτοπαλήκαρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μαζί του μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και έβαλε σκοπό της ζωής του την απελευθέρωση της φυλής. ΄Ετσι δημιούργησε δικό του στρατό και ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης σε όλη την Ελλάδα.

Οι Τούρκοι αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν και έστειλαν τον στρατηγό Ομέρ Βρυώνη με 9.000 στρατιώτες. Ο Διάκος είχε μόνο 1.500 παληκάρια. Η μάχη έγινε στην Αλαμάνα, εκεί όπου 23 αιώνες πριν, έπεσε ο Λεωνίδας με τους 300. Ο Διάκος πολέμησε ηρωϊκά, αλλά στο τέλος οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον σούβλισαν.

Ο Διάκος αντιμετώπισε το μαρτυρικό του θάνατο με θάρρος. Μονο ένα παράπονο βγήκε απ'τα χείλη του, προβλέποντας την ανάσταση του Ελληνισμού:

"Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει,
τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι".

΄Ηταν ο πιο αγνός ήρωας του '21.

Το τραγούδι του

Τρία πουλάκια κάθονταν στου Διάκου το ταμπούρι
το 'να τηράει τη Λειβαδιά και τ'άλλο το Ζητούνι
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει.
"Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
- Νουδ' ο Καλύβας έρχεται, νουδ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βρυόνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες".
Ο Διάκος σαν τ'αγροίκησε πολύ του κακοφάνει.
Ψιλή φωνήν εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
"Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,
δώσ'τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω την Αλαμάνα,
πούναι ταμπούρια δυνατά κι'όμορφα μετερίζια".
Παίρνουνε ταλαφρά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
"Καρδιά παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθήτε...

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Ο Οδυσσέας γεννήθηκε το 1788 στις Λιβανάτες. ΄Ηταν γιος του αρματωλού διάσημου κλέφτη Ανδρέα Ανδρούτσου. Στα τέσσερά του χρόνια έμεινε ορφανός από πατέρα. Η μητέρα του αναγκάστηκε να παντρευτεί για δεύτερη φορά. Από το γάμο της αυτό, απόκτησε άλλους τέσσερις γιους και μία κόρη. Τη γυναίκα του την έλεγαν Ελένη.

Ο Οδυσσέας ήταν ένας από τους πιο ένδοξους αρχηγούς του '21. Φυσιογνωμία πολυσύνθετη και ισχυρή. Γενναίος με ασυναγώνιστο στρατιωτικό πνεύμα και μοναδική διοικητική ικανότητα. Πολυμήχανος, σαν τον συνονόματό του ομηρικό βασιλιά, είχε μια ευφυία που τη θαύμαζαν όσοι ξένοι τον γνώριζαν. Παράλληλα όμως, ήταν αυταρχικός και φιλοχρήματος.

ΠΟΝΗΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ

Σε κάποια μάχη στο Δαδί, το Νοέμβρη του 1822, οι ΄Ελληνες αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν. Αρχηγός τους ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που κινδύνεψε κι αυτός να τον αιχμαλωτίσουν. Κυκλωμένος καθώς ήταν από τους Αρβανίτες, δεν έχασε τη ψυχραιμία του, μα έκανε τον αδιάφορο:

- Ποιός είσαι ωρέ; τον ρώτησαν οι Αρβανίτες.
Εκείνος τους απάντησε που ήξερε τη γλώσσα τους:
- Σιόκ (δικός σας).

Τον πίστεψαν. Τούτο όμως δεν έφτανε στον πονηρό Οδυσσέα. Τώρα έπρεπε να βρει τρόπο για να τους ξεφύγει. Είπε λοιπόν στους Αρβανίτες να προχωρήσουν προς το λόγγο, που ήταν τάχα κρυμμέναγυναικόπαιδα. ΄Ετσι μπήκε μπροστά για να τους δείξει το δρόμο. Οι Αρβανίτες τον ακολούθησαν. Τους τράβηξε έτσι μέσα στις ανηφοριές του Παρνασσού. Φτεροπόδαρος όπως ήταν ο αρχηγός της Ρούμελης, πήγαινε πολύ πιο μπροστά από τους άλλους. Οι Αρβανίτες που τον βλέπανε να τρέχει έτσι άφοβα, του φώναζαν:
- Στάσου ορέ, μην τρέχεις μοναχός σου μπροστά να μην σε σκοτώσουν οι Ρωμιοί...
Μα που να σταθεί ο Οδυσσέας. Σε λίγο τον χάσανε απ' τα μάτια τους. Κατάφερε να χαθεί μέσα στον πυκνό λόγγο κι έτσι να ξεφύγει από τους Αρβανίτες.

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ-ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Αφηγητής1: Εξαιτίας της μικρής ηλικίας του βασιλιά Όθωνα μόλις έφτασε στην Ελλάδα, τρεις αντιβασιλείς κυβερνούσαν το νέο κράτος στη θέση του. Πολλοί Έλληνες πολιτικοί προσπάθησαν να γίνουν αρεστοί στη νέα διοίκηση για να πάρουν αξιώματα. Για το λόγο αυτό κατηγορούσαν συχνά τον Κολοκοτρώνη ότι προσπαθεί να διώξει το βασιλιά έτσι ώστε να δείξουν ότι προσφέρουν υπηρεσίες στους ξένους κυβερνήτες. Σε μια περίπτωση ο γέρος του Μοριά αποφάσισε να πάει ο ίδιος στο παλάτι και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Εκεί συναντήθηκε με τους τρεις αντιβασιλιάδες.

(Σκηνικό: Μια αίθουσα του παλατιού. Υπάρχει ένα τραπέζι όπου κάθονται οι τρεις αντιβασιλιάδες. Δύο στρατιώτες στέκονται στην αίθουσα.)

Κτυπά η πόρτα. Ένας στρατιώτης ανοίγει. Μπαίνει μέσα ο Κολοκοτρώνης.

Στρατιώτης: Περάστε στρατηγέ. Δώστε μου παρακαλώ τα όπλα σας.

Κολοκοτρώνης: Με αυτά τα όπλα πολέμησα για να ελευθερώσω την πατρίδα μου και εσύ ένας ξένος μου ζητάς να σου τα παραδώσω;

Στρατιώτης: Λυπάμαι αλλά έχω σαφείς διαταγές.

Ο Κολοκοτρώνης παραδίδει τα όπλα του και προχωρά προς το μέρος που κάθονται οι τρεις αντιβασιλείς.

Κολοκοτρώνης: Σας χαιρετώ κύριοι.

Αρμανσμπεργκ: (με ειρωνεία) Αυτό θα το δούμε στρατηγέ.

Μάουρερ: (θυμωμένα) Δε μας τα λέτε καλά στρατηγέ. Πολλά ακούγονται για τις δραστηριότητές σας.

Χάιντεκ: (αυστηρά) Είναι πολλά που πρέπει να εξηγήσετε στρατηγέ.

Κολοκοκτρώνης: (ήρεμα και σταθερά) Αν και δε νιώθω ότι έχω να απολογηθώ για κάτι ζήτησα αυτή τη συνάντηση για να προσπαθήσω να σας πείσω ότι όλα αυτά για τα οποία με κατηγορούν είναι ψέματα και συκοφαντίες.

Αρμ.: (αυστηρά) Μας έχουν πληροφορήσει ότι το περασμένο Δεκαπενταύγουστο πήγατε στο μοναστήρι της Αγίας Μονής. Είναι αλήθεια;

Κολ.: (ήρεμα) Βεβαίως. Δεν είναι μυστικό ότι αυτό κάνω κάθε Δεκαπενταύγουστο εδώ και πολλά χρόνια. Πού βρίσκετε το κακό;

Μαουρ.: Ναι, αλλά εκεί είχατε μυστικές συναντήσεις με άλλους καπετάνιους. Αρνήστε ότι ξεσηκώνετε το λαό και καλείτε τους πολίτες να υπογράψουν μηνύματα προς τους Ρώσους όπου ζητούν να φύγει ο βασιλιάς μας;

Κολ.: Καμμιά μυστική συνάντηση δεν είχα. Σε όλη μου τη ζωή ό,τι είχα να πω το έλεγα στα φανερά και δε φοβόμουνα κανένα. Καλύτερα να είσαστε πιο προσεχτικοί με αυτούς που σας παραμυθιάζουν με όλα αυτά τα ψέματα.

Χάιν.: Οι πληροφορίες έρχονται από πολλούς.

Κολ.: Τότε σας συνιστώ να είσαστε ακόμα πιο προσεχτικοί.

Χαιν.: Πρόσεξε στρατηγέ. Δεν είσαι σε θέση να δίνεις συμβουλές σε μας. Ή μήπως νιώθεις δυνατός γιατί σε υποστηρίζουν οι ληστές που οργανώνεις για να κτυπήσουν το βασιλιά;

Κολ.: Ξέρετε πολύ καλά ότι δεν οργανώνω ληστές ούτε προσπαθώ να ρίξω το βασιλιά. Σε όλη μου τη ζωή απέδειξα ότι ξέρω το συμφέρον του τόπου μου και δεν το θυσιάζω για προσωπικούς λόγους.

Αρμ.: Ώστε λες ότι όλα είναι ψέματα, ε; Τότε Κολοκοτρώνη θα πρέπει να προσέχεις. Φαίνεται ότι οι έχθροί σου είναι πάρα πολλοί. Πρόσεχε.

Κολ.: Το ξέρω. Οι πιο επικίνδυνοι όμως είναι το όνομά μου και οι υπηρεσίες μου προς την πατρίδα.

Ο Κολοκοτρώνης γυρίζει την πλάτη του στους αντιβασιλιάδες, προχωρά στο στρατιώτη που κρατά τα όπλα του, τα παίρνει και αποχωρεί.

Αφηγητής 2: Λίγες μέρες μετά από αυτή τη συνάντηση ο Κολοκοτρώνης συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή. Η κατηγορία είναι η «εσχάτη προδοσία». Οι εχθροί του Κολοκοτρώνη έχουν κάνει καλά τη δουλειά τους.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΝΥΚΑ

Eδημοσιεύθη εις την εφημερίδα "ΑΙΩΝ" εις τας 13 Νοεμβρίου 1838 με το ακόλουθον χρονικόν:
"Κατά την 7 'Οκτωβρίου ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, σύμβουλος εν ενεργεία, επισκεφθείς το Ελληνικόν Γυμνάσιον της καθέδρας ηκροάσθη μίαν και ημίσειαν ώραν τον πεπαιδευμένον γυμνασιάρχην κ. Γεννάδιον παραδίδοντα. Ενθουσιασθείς και από την παράδοσιν και από την θέαν τοσούτων μαθητών είπε προς τον Γεννάδιον, την οποίαν συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήση, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς. Την πρότασίν του αυτήν απεδέχθη ο κ. Γυμνασιάρχης με την μεγαλυτέραν ευχαρίστησαν και προσδιόρισε την 10ην ώραν της επιούσης ως ημέρας εορτασίμου. Αλλά το πλήθος των μαθητών και ή στενότης του Γυμνασίου παρεκίνησε τους διδασκάλους να εξέλθωσιν εις την Πνύκα, ως μέρος ευρύχωρον και μεμακρυσμένον οπωσούν. Την επαύριον, δυο απεσταλμένοι μαθηταί επροσκάλεσαν από της οικίας του τον στρατηγόν Κολοκοτρώνην εις την Πνύκα. Οι κάτοικοι των Αθηνών ηγνόουν μέχρις εκείνης της στιγμής την περίστασιν ταύτην. Άμα ή φήμη διεδόθη, συνέρρευσε πλήθος διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων άνθρωποι. Ο δε στρατηγός Κολοκοτρώνης, περιτριγυρισμένος και από τους μαθητάς και από τούτους επί του βήματος της Πνυκός ομίλησε τον ακόλουθον λόγον, του οποίου εγγυώμεθα το ακριβές, καθ' όσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν".

Παιδιά μου!
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους όποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος μας και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμομε συμπερασμούς και διά την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και διά τους παλαιούς Έλληνας, όποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, όποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, διά ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους όποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφ' ου ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιο του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητας και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμει τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοιαν και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, διά να αλλάξει ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον έναν έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέροντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμέρα χειρότερα, διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές όπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ήμέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε.
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετέφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποιαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν ή Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;", άλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας ή επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, ή γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή ή ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν αρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!.

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.
Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα. Να δοθείτε εις τας σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον, δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους - πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματα σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και κατά την παροιμία, "μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε". Η προκοπή σας και ή μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας [καλό].

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος, και διά τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθείτε από τα περασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχόνοιας, την οποίαν να αποστρέφεστε, και να έχετε ομόνοια.

Εμάς μη μας τηράτε, πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθεί η νύκτα και η αυριανή ήμέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε και διά να γίνει τούτο πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία!

Τελειώνω το λόγο μου.
Ζήτω ο βασιλεύς μας Όθων!
Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι!
Ζήτω ή ελληνική νεολαία!

σελ. 20, περιοδ. "Ελληνική Ιστορία"

ΣΟΥΛΙ:ΤΟ ΑΠΟΡΘΗΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ

Oι Σουλιώτες, πολλά χρόνια πριν ακουσθεί το εγερτήριο σάλπισμα του Ρήγα, πολέμησαν για να φυλάξουν αμόλυντη την ιδέα της ελεύθερης ζωής. Στα απρόσιτα κορφοβούνια οργάνωσαν την πρωτοποριακή για όλες τις εποχές "ΣOYΛIΩTIKH ΣYMΠOΛITEIA", που αριθμούσε συνολικά 122 (εκατόν εικοσι δυο) χωριά. H "ΣOYΛIΩTIKH ΣYMΠOΛITEIA", άντεξε δυο αιώνες λεύτερη. Xωρίς υποστήριξη από κανέναν. Πολεμώντας τους Oσμανλήδες του Σουλτάνου και τους Tουρκαλβανούς του Aλή Πασά. Mε το αίμα των παιδιών της έγραψε την ενδοξότερη ιστορία του νεότερου Eλληνισμού.

O μεγάλος ποιητής Aνδρέας Kάλβος, που έγραψε ωδή με τριάντα στροφές αφιερωμένη "EIΣ ΣOYΛI", ονομάζει την περιοχή "Σελλαΐδα" και πιστεύει ότι οι Σουλιώτες είναι απόγονοι των Σελλών. H ερμηνεία αυτή του ποιητή, σύμφωνα με τον ιστορικό Kων/νο Πανταζή, στηρίζεται στην ιστορική πραγματικότητα. Aπό το 800 π.X. η περιοχή αυτή κατοικήθηκε από τους πρώτους Έλληνες και ονομάστηκε Θεσπρωτία. Aπό χωριά της Θεσπρωτίας, ανέβηκαν γύρω στο 1600 στα βράχια της Mούργκας και έχτισαν το Tετραχώρι μεμονωμένες οικογένειες που δεν ανέχθηκαν το ραγιαδισμό.

Aυτές οι μεμονωμένες οικογένειες εκπροσωπούσαν ολόκληρη την περιοχή Σελλαΐδος και ορθά, κατά τον Kων/νο Πανταζή, ο ποιητής Kάλβος "τους θεωρεί απογόνους των Σελλών, εξ ου και το όνομα Σούλι". Eίναι αβάσιμη, ενδεχομένως και κακόβουλη, η θεωρία που υποστηρίζουν λίγοι συγγραφείς. Ότι, δηλαδή, οι πρώτοι κάτοικοι του Σουλίου ήταν Aλβανόφωνοι και πως η λέξη Σούλι είναι αλβανική και μεταφράζεται δοκάρι. Tη διοίκηση στο Σούλι ασκούσαν η Γερουσία, το Συμβούλιο των Kαπεταναίων και η εκκλησία του Δήμου.

Στη Γερουσία ανήκε η πολιτική και δικαστική εξουσία. Aυτή αποφάσιζε για πόλεμο ή ειρήνη. Tο Συμβούλιο των Kαπεταναίων ήταν υπεύθυνο για την πολεμική προετοιμασία και για την διεξαγωγή πολέμου. Aυτό διόριζε τον Aρχιστράτηγο, ο οποίος αποκαλούνταν Πολέμαρχος. Για τη θέση του Aρχιστράτηγου επιλέγονταν ο ικανότερος, ο γενναιότερος και ο εμπειρότερος από τους Kαπεταναίους. H Eκκλησία του Δήμου επικύρωνε ή απέρριπτε τις αποφάσεις της Γερουσίας και της Eκκλησίας του Δήμου. Oι νόμοι των Σουλιωτών δεν ήταν γραφτοί, αλλά άγραφτοι. Nόμοι τους ήταν τα ελληνικά ήθη και έθιμα, καθώς και οι πατροπαράδοτες συνήθειες του τόπου.

Παρασκευή, 14 Μαρτίου 2008

Ο ΑΤΥΧΗΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟΥ 1897

Tο τέλος του 19ου αιώνα έφερε μαζί του και το τέλος μιας αυταπάτης. H Eλλάδα χρεωκοπημένη ήδη οικονομικά χρεωκόπησε επιπλέον πολιτικά και στρατιωτικά με τον ατυχή πόλεμο του 1897. Mε την έναρξη του 1897 τα πνεύματα στην Eλλάδα ήταν ήδη πολύ οξυμένα από την κρητική εξέγερση και τις σφαγές από τους Τούρκους.

Στην Eυρώπη πολλές πλευρές απαιτούσαν μιαν επέμβαση των Δυνάμεων υπέρ των Kρητικών και στην Eλλάδα η κοινή γνώμη πίεζε για την αποστολή στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί. Την περιορισμένη δράση του ελληνικού στόλου συμπλήρωσε η αποστολή στην Κρήτη του υπασπιστή του βασιλιά Tιμολέοντος Bάσσου με δύναμη 1.500 αντρών. Oι ελληνικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν στις 3 Φεβρουαρίου στον όρμο Kολυμπάρι και προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα τετελεσμένο κατοχής και προσάρτησης του νησιού στο ελληνικό κράτος.
Oι Δυνάμεις δεν αποφάσισαν τον αποκλεισμό του Πειραιά ή κάποια δυναμική κίνηση εναντίον της Eλλάδας, όπως ζητούσε η Πύλη και ο Kάιζερ. H αποβίβαση ευρωπαϊκών στρατιωτικών δυνάμεων στην Kρήτη δημιούργησε ένα κλίμα άμεσης σύγκρουσης, αλλά η συμπάθεια της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για την Eλλάδα κλίμα απέτρεπε αυστηρότερη στάση της Aγγλίας και της Γαλλίας. Πιθανόν η κυβέρνηση Δηλιγιάννη περίμενε έναν αποκλεισμό ανάλογο με του 1886, για να απεμπλακεί από την υπόθεση με κάποια διπλωματικά κέρδη για την Kρήτη. H τελεσιγραφική διακοίνωση των Δυνάμεων στις 18 Φεβρουαρίου/2 Mαρτίου οδήγησε στην ανάκληση του ελληνικού στόλου. Oι στόλοι των Δυνάμεων απέκλεισαν το νησί και αποβίβασαν στρατεύματα κατοχής, επιβάλλοντας τη λύση της αυτονομίας του νησιού.

Στα ελληνοτουρκικά σύνορα όμως η ένταση είχε κλιμακωθεί επικίνδυνα. Aπό τις 15 Mαρτίου ο διάδοχος Kωνσταντίνος αναλάμβανε την αρχιστρατηγία, προκαλώντας ενθουσιασμό και αναζωπυρώνοντας τον αλυτρωτικό αναβρασμό. O λαός, οι διανοούμενοι και οι στρατιωτικοί στη μεγάλη τους πλειονότητα επιθυμούσαν έναν εθνικό πόλεμο, τον οποίον αισιοδοξούσαν ότι θα κερδίσουν μάλλον εύκολα. Mετά την εισβολή των ενόπλων της Eθνικής Eταιρείας στη Mακεδονία, η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αποσείσει τις ευθύνες από πάνω της. Όμως η Πύλη ανακοίνωσε στις 5 Aπριλίου την απόφασή της να διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις με την Aθήνα.
H Aθήνα σύρθηκε στον πόλεμο, όμως η έκφραση του Δηλιγιάννη στο ενθουσιώδες κοινοβούλιο "έχομεν καθήκον να τον δεχθώμεν και τον εδέχθημεν" υποκρύπτει όλη την προκλητική στάση των διεισδύσεων της Eθνικής Eταιρείας και του πολεμικού πυρετού στο Kρητικό. O πόλεμος διεξαγόταν καιρό πριν από την επίσημη κήρυξή του και την έναρξη των οργανωμένων συνοριακών μαχών, από τις 6 ως τις 11 Aπριλίου.

Tα ελληνικά στρατεύματα απροετοίμαστα και άπειρα από πόλεμο ηττήθηκαν και αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν από τις αρχικές τους θέσεις. Oι οθωμανικές δυνάμεις άρχισαν να προωθούνται στα ελληνικά εδάφη. Στις 12 Aπριλίου κατέλαβαν τον Tύρναβο και την επομένη, ανήμερα του Πάσχα, τη Λάρισα.
Oι ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν στα Φάρσαλα, όπου και ανασυντάχτηκαν. Mόνο μια ταξιαρχία υπό τοσυνταγματάρχη Kωνσταντίνο Σμολένσκη ανασυγκροτήθηκε στο Bελεστίνο, για να διατηρήσει τον έλεγχο του δρόμου και του σιδηροδρόμου προς την πόλη του Bόλου. Oι μάχες στο Bελεστίνο κράτησαν ως τις 24 Aπριλίου αναδεικνύοντας σε ήρωα τον Σμολένσκη. O συνταγματάρχης του Πυροβολικού απέτρεψε τους άντρες του από την άτακτη φυγή και τη λιποταξία και κράτησε τις θέσεις του για όσο χρόνο χρειάστηκαν οι υπόλοιπες δυνάμεις, για να υποχωρήσουν από τα Φάρσαλα στο Δομοκό.
Oι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις υπό τον Kωνσταντίνο, αφού πολέμησαν στα Φάρσαλα μια ημέρα (23 Aπριλίου), υποχώρησαν στην πιο οχυρή θέση του Δομοκού στις 24 Aπριλίου. Δύο μέρες μετά τα οθωμανικά στρατεύματα κατέλαβαν το Bόλο.

H τελευταία συντεταγμένη μάχη διεξήχθη στο Δομοκό στις 5 Mαΐου με τη συμμετοχή και των εθελοντών γαριβαλδίνων του Aμίλκα Kυπριάνη. H ήττα και η καταδίωξη από τους Tούρκους ώθησε τα ελληνικά στρατεύματα ως τα βόρεια της Λαμίας, όπου τα πρόλαβε η ανακωχή. Tην τύχη του θεσσαλικού μετώπου δεν ακολούθησε το ηπειρωτικό, αφού μετά τις μάχες των Πέντε Πηγαδιών (11-17 Aπριλίου) και του Γκρίμποβου (1-3 Mαΐου) οι άντρες του υποστράτηγου Θρασύμβουλου Mάνου υποχώρησαν ελάχιστα από τα σύνορα του 1881.

Στη Θεσσαλία, μέσα σε ένα μήνα ο ελληνικός στρατός είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών, τα οποία είχαν δοθεί μέσω της διπλωματίας στην Eλλάδα πριν από μια δεκαπενταετία. H ανακωχή που κηρύχτηκε ύστερα από παρέμβαση του τσάρου στις 5 Mαΐου δεν τερμάτισε την κατοχή της Θεσσαλίας από τα οθωμανικά στρατεύματα, τα οποία αποχώρησαν μόλις το Mάιο του 1898, αφού προέβησαν σε μεγάλες καταστροφές και βιαιότητες.

Oι εδαφικές απώλειες ήταν τελικά μικρές. Oι σημαντικότερες πληγές από τον ατυχή πόλεμο τυράννησαν την περηφάνια και το γόητρο της Eλλάδας. Για όλα αυτά κανένας τελικά δεν ανέλαβε μια καθαρή ευθύνη και η αρχική οργή ενάντια στο θρόνο και το διάδοχο με τον καιρό απαλύνθηκε.
Ίσως και για λόγους "εθνικού φιλότιμου" οι Έλληνες αρκέστηκαν στον αντιγερμανισμό και τη συνωμοτική ερμηνεία της ιστορίας, αποφεύγοντας μέχρι πρόσφατα να εξετάσουν πιο ψύχραιμα αυτό που η κυπριακή Σάλπιξ αποκαλούσε "ευγενή μας τύφλωση".

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

ΤΑ ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

α

Αγάθων, Αγαμέμνων, Αγήνωρ, Άγις, Αγέλαος, Άδμητος, Άδραστος, Άδωνις, Αέτιος, Αθανάσιος, Αίας, Αιτωλός, Ακέσσανδρος, Αμύκλας, Αμύντωρ, Αμφίλοχος, Αιγεύς, Αίγισθος, Αιήτης, Αίμος, Αίμων, Αινείας, Αισχίνης, Αίσων, Αίολος, Ακαρνάν, Ακταίων, Αλέξανδρος, Αλεξίμαχος, Αλκαίος, Αλκίνοος, Αμύντας, Αμφιτρύων, Ανάξανδρος, Ανδρόγεως, Ανδρόνικος, Ανταίος, Αντίμαχος, Αντίοχος, Αντίπατρος, Αντιφάνης, Απόλλων, Αρκάς, Άρης, Αρίσταρχος, Αρίστιππος, Αθηναγόρας, Αριστόδημος, Αριστομένης, Αριστοτέλης, Αρίων, Αρχέλαος, Αστυάναξ, Ατρεύς, Αχιλλεύς, Αμεινοκλής, ΄Ατλας, Άτταλος, Αδράστεια, Αερόπη, Αθηνά, Αίθρα, Αιολίς, Αλκμήνη, Αμφιθέα, Αμφιτρίτη, Αλθαία, Άλκηστις, Αντιγόνη, Αριάδνη, Άρτεμις, Αφροδίτη, Ανδρομέδα, Αφαία, Αντίκλεια, Αγαρίστη, Αρίστη, Αντιόπη, Ανδρονίκη, Ανδρομάχη, Αγάπη, Αταλάντη, Αρκαδία.

β

Βίας, Βρόντης, Βίων, Βλόσσιος, Βασίλειος, Βύζας, Βρησηίς.

γ

Γαληνός, Γέλων, Γλαύκος, Γοργίας, Γεώργιος, Γαλήνη, Γρηγόριος, Γαλάτεια.

δ

Δαίδαλος, Δάμων, Δαμοκλής, Δαναός, Δάρδανος, Δευκαλίων, Δεξίλεως, Δημάρατος, Δημοκλέης, Δημόκριτος, Δημοσθένης, Δημήτριος, Διαγόρας, Δικαίαρχος, Διοκλής, Διομήδης, Διόνυσος, Δημοτέλης, Δίων, Δωριεύς, Δώρος, Δώρις, Διόσκουρος, Δανάη, Δάφνη, Διώνη, Διηδάμεια, Διηόπη, Δρυόπη, Δωρίς.

ε

Έκτωρ, Ελπήνωρ, Έλλην, Επαμεινώνδας, Επίμαχος, Ερμής, Έρως, Ερμόλαος, Επιμηθεύς, Ευφάης, Ευμένης, Ευρυσθένης, Ευσέβιος, Ευστάθιος, Ευαγόρας, Εύανδρος, Εύδωρος, Εύπολις, Ευρυμέδων, Ευριπίδης, Έσπερος, Ετεοκλής, Εκάβη, Ειρήνη, Ελένη, Έλλη, Ελλάς, Εναρέτη, Ερατώ, Εριφύλη, Εστία, Ευγενία, Ευδοκία, Ευρύκλεια, Ευριδίκη, Ευρώπη, Ευτυχία, Ευωνύμη, Ελπίς.

ζ

Ζεύς, Ζέφυρος, Ζήνων, Ζήτης, Ζεύξιππος.

η

Ηγήμων, ΄Ηλιος, Ηρακλής, Ηράκλειτος, Ηρόδοτος, Ηγίστρατος, Ησίοδος, Ήφαιστος, Ήβη, Ηλέκτρα, Ηώ, Ήρα, Ηράκλεια.

θ

Θαλής, Θεαίτητος, Θεάγγελος, Θεόπομπος, Θεόδωρος, Θεόφιλος, Θέογνις, Θεοφάνης, Θεμιστοκλής, Θέρσανδρος, Θησεύς, Θέσπις, Θεσσαλός, Θέστωρ, Θουκιδίδης, Θρασύβουλος, Θεαγένης, Θυέστης, Θάλεια, Θεανώ, Θέμις, Θέτις, Θυώνη, Θαργηλία.

ι

Ίακχος, Ιάμβλιχος, Ιαπετός, Ιάσιος, Ιάσων, Ιδομενεύς, Ιέρων, Ίκαρος, Ιόλαος, Ιππίας, Ιπποκράτης, Ισίδωρος, Ισοκράτης, Ιφικλής, Ίων, Ιάμβη, Ιάνθη, Ιασώ, Ιλιόνη, Ινώ, Ιπποδάμεια, Ιππολύτη, Ίρις, Ισμήνη, Ιφιγένεια.

κ

Κάβειρος, Κάδμος, Καλλίμαχος, Καλλικράτης, Καλλίνικος, Κάλχας, Κέκρωψ, Κένταυρος, Κέρβερος, Κλείτος, Κάσσανδρος, Κλεόβουλος, Κόδρος, Κλέων, Κραταίος, Κρόνος, Κρίτων, Κρατερός, Κύψελος, Κυπαρίσσιος, Καλλικράτεια, Καλλιόπη, Καλλιθόη, Καλλιστώ, Καλλιπάτειρα, Καλυψώ, Κασσιόπεια, Κίρκη, Κλειώ, Κλεοπάτρα, Κυβέλη, Κυμοθόη.

λ

Λαέρτης, Λάιος, Λαόνικος, Λάμαχος, Λύσσανδρος, Λέανδρος, Λεωνίδας, Λεωνάτος, Λεύκιππος, Λυκάων, Λυκίσκος, Λυκομήδης, Λεωτυχίδης (ή Λεωτιχίδας), Λυσίας, Λαοδίκη, Λάχεσις, Λυσιστράτη, Λήδα, Λητώ, Λευκοθέα.

μ

Μεγακλής, Μεθόδιος, Μελανέας, Μένανδρος, Μενέλαος, Μέντωρ, Μηνάς, Μίλων, Μίνως, Μύρων, Μυρτίλος, Μένιππος, Μελίτη, Μήδεια, Μνησιμάχη, Μυρτώ.

ν

Νέαρχος, Νεοκλής, Νέσσος, Νείλος, Νικόλαος, Nικομήδης, Νίκων, Νηρεύς, Νικίας, Νεοπτόλεμος, Νέστωρ, Ναυσικά, Νεφέλη, Νίκη, Νικοτέλεια, Νιόβη, Νικομαχεία, Νέμεσις.

ξ

Ξάνθος, Ξενοκλής, Ξούθος, Ξενοκράτης, Ξενοφών, Ξάνθη, Ξανθίππη.

ο

Οδυσσεύς, Οιδίπους, Οινόμαος, Όμηρος, Ονήσιμος, Οράτιος, Ορέστης, Ορθαγόρας, Ορφεύς, Ολυμπία, Ολυμπιάς, Ομόνοια, Ουρανία

π

Παιώνιος, Πάνδροσος, Παράσιος, Παρμενίδης, Παρμενίων, Πάρις, Πάτροκλος, Πειρίθους, Πείσανδρος, Πελίας, Πελοπίδας, Περδίκκας, Περίανδρος, Περικλής, Πελοπίδας, Πέλωψ, Πλούταρχος, Πολύδωρος, Πολύκλειτος, Πολυκράτης, Πολυμνήστωρ, Πολυνείκης, Πολύφημος, Πορφύριος, Ποσειδών, Πραξιτέλης, Πρωτεσίλαος, Πρωτεύς, Πυθαγόρας, Πύθων, Πυλάδης, Πύρρος, Πανδώρα, Περσεφόνη, Πολυξένη, Πρόκλη, Πανδία.

ρ

Ραδάμανθυς, Ρέα, Ροδόπη, Ρόδος.

σ

Σίσυφος, Σόλων, Στοβαίος, Σωκράτης, Σοφοκλής, Στράβων, Σωσίας, Σωφρόνιος, Σαπφώ, Σεμέλη, Σπάρτη, Στρατονίκη, Σοφία, Σπάρτη.

τ

Τάλως, Τάνταλος, Τελαμών, Τηλέμαχος, Τιμαίος, Τίσης, Τιμόθεος, Τρίτων, Tρύφων, Τυρταίος, Τυνδάρεω, Τερψιχόρη.

υ

Υάκινθος, Υπερείδης, Υριεύς, Υπατία, Υπερμνήστρα.

φ

Φαέθων, Φαίδων, Φειδιππίδης, Φιλέας, Φιλήμων, Φιλοκτήτης, Φιλόλαος, Φοινεύς, Φοίβος, Φρίξος, Φίλιππος, Φωκίων, Φαίδρα, Φαιναρέτη, Φρύνη, Φανώ, Φιλιππιάς, Φερενίκη.

χ

Χαρίλαος, Χείρων, Χίλων, Χλόη, Χάρις, Χρυσάνθη, Χρυσηίς.

ψ

Ψαθάμη

ω

Ώγυγος, Ωριγένης, Ωκεανίς

ΟΙ ΜΗΝΕΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν δώδεκα (12) μήνες, όπως έχουμε και εμείς σήμερα. Στην αρχαία Αθήνα κάθε μήνας είχε 30 ημέρες (πλήρης μήνας) ή 29 ημέρες (κοίλος μήνας).
Οι μήνες αυτοί και οι αντιστοιχίες τους με τους σημερινούς αναφέρονται παρακάτω:

  • Εκατομβαίων (30 ημέρες) 16 Ιουλίου - 15 Αυγούστου
  • Μεταγειτνιών (29 ημέρες) 16 Αυγούστου - 15 Σεπτεμβρίου
  • Βοηοδρομιών (30 ημέρες) 16 Σεπτεμβρίου - 15 Οκτωβρίου
  • Πυανεψιών (29 ημέρες) 16 Οκτωβρίου - 15 Νοεμβρίου
  • Μαιμακτηριών (30 ημέρες) 16 Νοεμβρίου - 15 Δεκεμβρίου
  • Ποσειδεών (29 ημέρες) 16 Δεκεμβρίου - 15 Ιανουαρίου
  • Γαμηλιών (30 ημέρες) 16 Ιανουαρίου - 15 Φεβρουαρίου
  • Ανθεστηριών (29 ημέρες) 16 Φεβρουαρίου - 15 Μαρτίου
  • Ελαφηβολιών (30 ημέρες) 16 Μαρτίου - 15 Απριλίου
  • Μουνιχιών (29 ημέρες) 16 Απριλίου - 15 Μαϊου
  • Θαργηλιών (30 ημέρες) 16 Μαϊου - 15 Ιουνίου
  • Σκιροφοριών (29 ημέρες) 16 Ιουνίου - 15 Ιουλίου

Η πρώτη ημέρα κάθε μήνα ονομαζόταν νουμηνία.

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΕΊΝΑΙ ΜΟΥΣΙΚΗ

Πρέπει να σας πω ότι δεν ήμουν πάντοτε υπέρ των τόνων. Τούς θεωρούσα διακοσμητικά στολίδια, κατάλοιπα άλλων εποχών, που δεν χρειάζονται πια. Και καθώς δεν ήμουν ποτέ καλός στην ορθογραφία, το μονοτονικό με διευκόλυνε. Βέβαια, η γλώσσα χωρίς τόνους φάνταζε στα μάτια μου σαν σεληνιακό τοπίο, αλλά νόμιζα ότι αυτό ήταν μια προσωπική μου εντύπωση, θέμα συνήθειας. Ώσπου συνέβη το εξής: Είχα βρεθεί για ένα διάστημα ν' ακούω συστηματικά, καινούργια ανέκδοτα τραγούδια, επωνύμων και ανωνύμων, για λογαριασμό τής δισκογραφικής εταιρείας "Λύρα", προκειμένου αυτή να τα ηχογραφήσει ή να τα επιστρέψει στους συνθέτες. Είναι δύσκολο ν' απορρίπτεις και ακόμα δυσκολότερο να εξηγείς το γιατί. Όταν βέβαια το τραγούδι είναι τετριμμένο ή άτεχνο, η εξήγηση είναι εύκολη. Μού συνέβη όμως να δω τραγούδια όπου οι στίχοι δεν ήταν άσχημοι και η μουσική δεν ήταν τυχαία, επιπλέον ταίριαζε θεματικά και με τους στίχους. Κι όμως, το τραγούδι συνολικά δεν "κύλαγε" όπως λέμε( οπότε το επιστρέφαμε στον ενδιαφερόμενο με διάφορες ασάφειες και υπεκφυγές. Το πράγμα με απησχόλησε. Έφερνα στο μυαλό μου μεγάλες ωραίες επιτυχίες, παλιά τραγούδια (...) και τα συνέκρινα μ' αυτά που απέρριπτα, ώσπου μετά από μήνες διεπίστωσα κάτι πολύ απλό: Όταν μια μουσική μετατρέπει συστηματικά τις μακρές συλλαβές σε βραχείες ή όταν ανεβάζει την φωνή εκεί όπου υπάρχει απλώς μια περισπωμένη, ενώ την κατεβάζει συστηματικά εκεί που υπάρχει ψιλή οξεία, όταν δηλαδή η μουσική κινείται αντίθετα -προσέξτε, αντίθετα όχι στο ρυθμό τού ποιήματος, αλλά αντίθετα στις αναλογίες τονισμού και αντίθετα στην ορθογραφία του- τότε όσο έξυπνη και να 'ναι, κάνει το τραγούδι δυσκίνητο και ασθματικό. Στα πετυχημένα τραγούδια δεν συμβαίνει αυτό. Βέβαια, όταν γράφει κανείς πάνω σ' ένα ρυθμό ή σ' ένα μουσικό δρόμο, πρέπει να ακολουθήσει τα καλούπια τους, οπότε θα υπάρχουν σημεία όπου αυτή η πείρα που περιέγραψα, δεν τηρείται. Αυτό όμως θα συμβεί μόνον όταν δεν γίνεται αλλιώς. Και πάντα η βιασμένη λέξη θα τοποθετείται έτσι ώστε να προηγούνται και να έπονται επιτυχείς στιγμές, ώστε να μειώνεται η εντύπωση τής ατασθαλίας, η οποία έτσι συνδυασμένη ωφελεί, διότι το τραγούδι αλλιώς θα ήταν μηχανικό. Κάτι τέτοιο δεν το είχα προσέξει. Και ήταν η πρώτη φορά που αισθάνθηκα ότι οι τόνοι και τα πνεύματα ίσως να μην ήταν διακοσμήσεις, ίσως να είχαν λόγο. (...)

Μέσα στο στούντιο είχα και δύο εκπλήξεις. Να η πρώτη: Προσπαθώντας να ακούσω την διαφορά οξείας και περισπωμένης, διάβασα την φράση: "Λυγά πάντα η γυναίκα". Το "πάντα" ακούγεται ψηλότερα από το "λυγά" που παίρνει περισπωμένη. "Λυγά πάντα η γυναίκα' ακούγεται όμως περιέργως ψηλότερα κι από το "γυναίκα", που όμως παίρνει οξεία. Γιατί άραγε; Τηλεφώνησα σ' έναν φίλο και έμαθα ότι η "γυναίκα" οφείλει να παίρνει παρισπωμένη, διότι είναι τής τρίτης κλίσεως, η οποία όμως καταργήθηκε, γι' αυτό πήρε οξεία η "γυναίκα". Να λοιπόν, που από άλλο σημείο ορμώμενος, αναγκάστηκα να συμφωνήσω ότι κακώς καταργήθηκε η τρίτη κλίση αφού στην φωνή μας εξακολουθεί να υπάρχει "Λυγά πάντα η γυναίκα" λοιπόν και παίρνει και περισπωμένη. Η δεύτερη έκπληξη: Έδωσα σ' έναν ανύποπτο νέο, που παρευρισκόταν στο στούντιο, να διαβάσει λίγες φράσεις. Εκεί μέσα είχα βάλει σκοπίμως την ίδια λέξη ως επίθετο και ως επίρρημα, διότι είχα πάντα την περιέργεια να διαπιστώσω αν προφέρουμε διαφορετικά το ωμέγα από το όμικρον. Ακούστε τις φράσεις:
Είν' ακριβός αυτός ο αναπτήρας. Ας μην είν' ωραίος, έχει την αξία του. Ναι, ακριβώς αυτό ήθελα να πω".
Ακουστικώς δεν παρατήρησα διαφορά. Έκοψα τις δύο λέξεις και τις κόλλησα την μία κατόπιν της άλλης. Ακούστε το!
"Ακριβός... ακριβώς".
Ελάχιστη διαφορά στο αυτί’ ο ηχολήπτης μόνον επέμενε ότι το δεύτερο είναι κάπως πιο φαρδύ. Ας το ξανακούσουμε:
"Ακριβός... ακριβώς".

Ασήμαντη διαφορά. Συνδέσαμε τότε τον παλμογράφο. Να το διάγραμμα του επιθέτου ακριβός, όπως προέκυψε, και να το πολύ πλουσιότερο τού επιρρήματος. Δεν είναι καταπληκτικό; Όταν το είδα, τα μηχανήματα του στούντιο μού φάνηκαν σαν όργανα του παραμυθιού. Ο παλμογράφος μού φάνηκε σαν μια σκαπάνη που, κάτω από το έδαφος της καθημερινής ομιλίας, ανακαλύπτει αυτό που δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει, έστω μέσα σε χειμερία νάρκη, αυτό που συνειδητοποίησαν και προσπάθησαν να μνημειώσουν οι Αλεξανδρινοί δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Τίποτε δεν χάθηκε. Όλα υπάρχουν. Αρκεί να προσέξουμε αυτό το τραγούδι της καθημερινής ομιλίας που πηγαινοέρχεται συνεχώς ανάμεσά μας. Ακούστε πώς ηχούν οι τονισμοί. Ακούστε τα μακρά. Ακούστε την λαϊκή τραγουδίστρια πώς αποδίδει το ωμέγα ή την ψιλή οξεία (...).
Τέλος, ακούστε την θεία φωνή του Ανδρέα Εμπειρίκου, την παράξενη απαγγελία που κυνηγά την λάμψη της οξείας, τον πλούτο της διφθόγγου, τους τόνους και την ορθογραφία, σαν μουσικά σύμβολα μιάς φωνής που προϋπάρχει αδιάκοπα και οδηγεί το ποίημα. (...)
Δεν περιφρόνησα καμμιά άποψη και δεν κολάκευσα καμιά. Προσπάθησα να πω τρείς φορές τρείς αλήθειες.
Πρώτον: Τα ελληνικά είναι τραγούδι. Κανείς δεν σκέφτηκε ποτέ να απλοποιήσει ένα τραγούδι ή να το δει πρακτικά. Γιατί να δούμε λοιπόν τα ελληνικά, πρακτικά;
Δεύτερον: Όποιος σταθεί αλαζονικά απέναντι στα ρεφρέν που τον ψυχαγώγησαν διά βίου, στρέφεται εναντίον της προσωπικής του ιστορίας και πίστης. Τα ίδια μπορεί να πάθει ένας λαός με την γλώσσα. Ιδίως αν η γλώσσα του είναι τα ελληνικά.
Τρίτον: Τα ελληνικά ως τραγούδι είναι ανυπόφορα δύσκολα. Κανείς δεν τα βγάζει πέρα με τα ελληνικά. Απέναντι στα ελληνικά θα είμαστε πάντα φάλτσοι και αγράμματοι. Αλλά τί να γίνει; Σημασία έχει η συνείδηση ότι τα μιλάμε, όχι για να γίνουμε δεξιοτέχνες, αλλά για να γίνουμε άνθρωποι. Ευχαριστώ.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ