Ποτέ ξανά κίτρινα δόντια

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

ΑΔΑΜΑΝΤΙΟΣ ΚΟΡΑΗΣ

Ο Αδαμάντιος Κοραής υπήρξε από τους πιο φωτισμένους δασκάλους του Γένους. Η προσφορά του στάθηκε τεράστια σε μέγεθος και βαρύτητα, ενώ η διδασκαλία του αποτέλεσε σταθμό στην διαμόρφωση του πνευματικού και πολιτικού στοχασμού του Έθνούς.

· Η ζωή του
Γεννήθηκε το 1748 στη Σμύρνη. Καταγόταν από αρχοντική οικογένεια που έτρεφε αγάπη για τα γράμματα. Τα πρώτα του γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική σχολή της Σμύρνης. Το 1771 πήγε στο Άμστερνταμ της Ολλανδίας με σκοπό να επεκτείνει τις εμπορικές δραστηριότητες του πατέρα του. Τα χρόνια της παραμονής του στην Ολλανδία, ο Κοραής τα χρησιμοποίησε για την πνευματική του συγκρότηση και ασχολήθηκε με τις σπουδές του περισσότερο, παρά με το εμπόριο.

Το 1778 επέστρεψε στη Σμύρνη, για να ξαναφύγει αργότερα, το 1782, για το Μονπελιέ της Γαλλίας, όπου σπούδασε ιατρική και διέπρεψε. Όταν πέθαναν οι γονείς του, αναγκάστηκε να παραδίδει μαθήματα ελληνικής και να μεταφράζει ιατρικά συγγράμματα, για να μπορέσει να βγει από τη δύσκολη οικονομική θέση. Μπορούσε να γράφει συνολικά 10 γλώσσες, μεταξύ άλλων την εβραϊκή, τη λατινική, καθώς και την αρχαία ελληνική. Το 1786 πήρε το πτυχίο της ιατρικής και έγινε διδάκτορας.

Το 1788 πήγε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με εξέχουσες προσωπικότητες, επιφανείς επιστήμονες, διανοούμενους και λόγιους. Βλέποντας τη Γαλλική Επανάσταση του 1789 σαν αποτέλεσμα της παιδείας του γαλλικού λαού, κατάλαβε νωρίς ότι ο μόνος τρόπος για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να απελευθερωθεί από το ξενικό ζυγό, ήταν η παιδεία. Έθεσε λοιπόν σκοπό της ζωής του τη μόρφωση των Ελλήνων, για να μπορέσουν να αποτινάξουν τον τούρκικο ζυγό. Εξέδωσε σχολιασμένους τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς και τους έστελνε στην Ελλάδα, συνιστούσε ομόνοια προς τους πρόκριτους και τους στρατιωτικούς, ίδρυσε το " Ελληνικό Κομιτάτο", εξέδιδε πολιτικά φυλλάδια, ενεργούσε για να σταλούν πολεμοφόδια, φάρμακα και γιατροί στην Ελλάδα και κατέβαλε διάφορες άλλες φιλότιμες προσπάθειες για να βοηθήσει την επαναστατημένη πατρίδα.

Ο Αδαμάντιος Κοραής πέθανε το 1833 στο Παρίσι. Για την πολύπλευρη και πολύτιμη βοήθειά του προς το αγωνιζόμενο έθνος, η ΄Γ εθνοσυνέλευση τον ανακήρυξε " άξιον της πατρίδος", ενώ το 1877 τα οστά του μεταφέρθηκαν από τη Γαλλία και τοποθετήθηκαν σε μεγαλόπρεπο μνημείο του Ά νεκροταφείου Αθηνών.

· Το φιλολογικό του έργο
Ο Αδαμάντιος Κοραής υπήρξε από τους μεγαλύτερους φιλόλογους της νεότερης Ελλάδας. Εξέδωσε 66 τόμους βιβλίων, από τα οποία τα 17 αποτελούν την "Ελληνική Βιβλιοθήκη" και οι 9 τα "Πάρεργα της Ελληνικής Βιβλιοθήκης". Τα βιβλία αυτά κίνησαν τον θαυμασμό των ξένων φιλολόγων και συγχρόνως γαλούχησαν το γένος με τα νάματα της προγονικής σοφίας. Γιατί δεν πρόκειται για ξηρά αρχαία κείμενα , που προορίζονται για τους ειδικούς. Αντίθετα, περιέχουν "προλεγόμενα", "αυτοσχέδιους στοχασμούς περί παιδείας και γλώσσης", σημειώσεις και παρατηρήσεις του Κοραή. Επιπλέον σχολίασε και εξέδωσε τον Όμηρο, τον Πλάτωνα , τον Αριστοτέλη, τον Ισοκράτη, τον Ξενοφώντα, τον Πλούταρχο και πολλούς άλλους αρχαίους φιλοσόφους, Συγχρόνως έγραψε "Πολιτικάς παραινέσεις προς του Έλληνας"που περιείχαν πολιτικά, ηθικά, κοινωνικά και άλλα παραγγέλματα, ενώ παράλληλα αλληλογραφούσε με Έλληνες και ξένους, υπέβαλε υπόμνημα στο Ναπολέοντα και ζήτησε "την ελπιζόμενην απ' αυτόν ελευθερίαν της Ελλάδος", εξέδωσε πατριωτικά φυλλάδια, όπως το "Υπόμνημα περί της παρούσας καταστάσεως του πολιτισμού εν Ελλάδι" και το "Πολεμιστήριον σάλπισμα", καθώς και άλλα θρησκευτικά, παιδαγωγικά και ιατρικά βιβλία.

· Η θέση του στο γλωσσικό ζήτημα
Το γλωσσικό ζήτημα αποτελούσε από τα κυριότερα ενδιαφέροντα του Κοραή. Πίστευε ότι η ελληνική γλώσσα μπορούσε να αποτελέσει σημαντική βοήθεια προς του αγωνιζόμενους Έλληνες, στην προσπάθειά τους να αποτινάξουν τον τούρκικο ζυγό. Βασική γραμμή του είναι η "μέση οδός". Έγραφε: " μήτε τύραννοι των χυδαίων, μήτε δούλοι της χυδαιότητας αυτών". Συνιστούσε ένα πάντρεμα της αρχαίας ελληνικής με την ομιλούμενη, ένα μείγμα ενιαία οργανωμένο και διαρθρωμένο και απ' όλους εύχρηστο και κατανοητό. Κάποτε παρατήρησε: "είναι πιθανόν ότι ούτε οι Πλάτωνες ούτε οι Ισοκράται δεν έγραφον , ώστε να καταλαμβάνωνται από τους κωπηλάτας" υποστήριζε λοιπόν τη διόρθωση της γλώσσας, ώστε να πετύχει ένα συμβιβασμό ανάμεσα στις ακραίες θέσεις των δύο αντιμαχόμενων μερίδων.

Ο Αδαμάντιος Κοραής υπήρξε ο φωτεινότερος και ο πιο ανεκτίμητος δάσκαλος του Γένους, που του συμπαραστάθηκε ουσιαστικά και αποτελεσματικά στην πιο κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του. Η ακτινοβολία του στάθηκε τεράστια και οι επιδράσεις του υπήρξαν από τις πιο μόνιμες και οριστικές στη διαμόρφωση του νεοελληνικού στοχασμού, ενώ ανάμεσα στους οπαδούς του συγκαταλέγονται σπουδαίοι λόγιοι της εποχής του, μεταξύ άλλων ο Κούμας, ο Φαρμακίδης, ο Οικονόμος, ο Άνθιμος Γαζής και άλλοι φωτισμένοι δάσκαλοι του Γένους. Η προσφορά του, υλική και πνευματική, είναι ανυπολόγιστη σε αξία και μέγεθος και ανεξάντλητη σε ιστορική συνέχεια και παραμένει ο αποφασιστικότερος σταθμός στην πνευματική πορεία του έθνους.

ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΑΤΡΩΝ ΓΕΡΜΑΝΟΣ

Παλαιών Πατρών Γερμανός(Δημητσάνα 1771-Ναύπλιο 1826) Ένας από τους πρωτεργάτες του 1821. Το κοσμικό όνομα του ήταν Γεώργιος Γκότζιας. Νέος πήγε στη Σμύρνη και συνδέθηκε φιλικά με τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε' τον οποίο ακολούθησε στη Κωνσταντινούπολη. Το 1806 χειροτονήθηκε μητροπολίτης Πατρών και κέρδισε την εμπιστοσύνη των προκρίτων της Αχαϊας. Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Στη σύσκεψη Βοστίτσας τον Ιανουάριο του 1821 ήρθε σε σύγκρουση με τον Παπαφλέσσα γιατί ο Γερμανός θεωρούσε πρόωρη την κύρηξη της Επανάστασης. Τα γεγονότα τον έκαναν να υποχωρήσει.

Στις 23 Μαρτίου ευλόγησε τους Επαναστάτες στο Μοναστήρι της 'Αγιας Λαύρας υψώνοντας για λάβαρο το παραπέτασμα της Ωραίας Πύλης του ναού. Την άλλη μέρα με 500 άνδρες ξεκίνησε να πολιορκήσει το κάστρο της Πάτρας. Τον Οκτώμβριο του 1822 έφυγε για Ιταλία και επέστρεψε το καλοκαίρι του 1824. Το 1825 οι στρατιώτες του Ι.Γκούρα τον κακοποίησαν και λεηλάτησαν τα υπάρχοντά του. Συμμετείχε στην Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου.

Είναι συγγραφέας απομνημονευμάτων που αποτελούν σπουδαία πηγή πληροφοριών για τα πρώτα 2 χρόνια της Επανάστασης του 1821.

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΔΙΑΚΟΣ

Ο Θρυλικός αυτός ήρωας του 1821, γεννήθηκε στη Μουσουνίτσα της Παρνασσίδος το 1788.

Παιδί ακόμα μπήκε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου όπου έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Σε ηλικία 20 χρονών άφησε τη ζωή του μοναστηριού και πήρε τα όπλα εναντίον των Τούρκων.

Ο Διάκος ήταν άφταστος στα αγωνίσματα, στα όπλα και στην ανδρεία. Στα 1818 έγινε το πρώτο από τα επτά πρωτοπαλήκαρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Μαζί του μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία και έβαλε σκοπό της ζωής του την απελευθέρωση της φυλής. ΄Ετσι δημιούργησε δικό του στρατό και ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης σε όλη την Ελλάδα.

Οι Τούρκοι αποφάσισαν να τον αντιμετωπίσουν και έστειλαν τον στρατηγό Ομέρ Βρυώνη με 9.000 στρατιώτες. Ο Διάκος είχε μόνο 1.500 παληκάρια. Η μάχη έγινε στην Αλαμάνα, εκεί όπου 23 αιώνες πριν, έπεσε ο Λεωνίδας με τους 300. Ο Διάκος πολέμησε ηρωϊκά, αλλά στο τέλος οι Τούρκοι τον συνέλαβαν και τον σούβλισαν.

Ο Διάκος αντιμετώπισε το μαρτυρικό του θάνατο με θάρρος. Μονο ένα παράπονο βγήκε απ'τα χείλη του, προβλέποντας την ανάσταση του Ελληνισμού:

"Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει,
τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι".

΄Ηταν ο πιο αγνός ήρωας του '21.

Το τραγούδι του

Τρία πουλάκια κάθονταν στου Διάκου το ταμπούρι
το 'να τηράει τη Λειβαδιά και τ'άλλο το Ζητούνι
το τρίτο το καλύτερο μοιρολογάει και λέει.
"Πολλή μαυρίλα πλάκωσε, μαύρη σαν καλιακούδα.
Μην ο Καλύβας έρχεται, μην ο Λεβεντογιάννης;
- Νουδ' ο Καλύβας έρχεται, νουδ' ο Λεβεντογιάννης,
Ομέρ Βρυόνης πλάκωσε με δεκοχτώ χιλιάδες".
Ο Διάκος σαν τ'αγροίκησε πολύ του κακοφάνει.
Ψιλή φωνήν εσήκωσε, τον πρώτο του φωνάζει.
"Τον ταϊφά μου σύναξε, μάσε τα παληκάρια,
δώσ'τους μπαρούτη περισσή και βόλια με τις χούφτες
γλήγορα και να πιάσουμε κάτω την Αλαμάνα,
πούναι ταμπούρια δυνατά κι'όμορφα μετερίζια".
Παίρνουνε ταλαφρά σπαθιά και τα βαριά ντουφέκια,
στην Αλαμάνα φτάνουνε και πιάνουν τα ταμπούρια.
"Καρδιά παιδιά μου, φώναξε, παιδιά, μη φοβηθήτε...

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ

Ο Οδυσσέας γεννήθηκε το 1788 στις Λιβανάτες. ΄Ηταν γιος του αρματωλού διάσημου κλέφτη Ανδρέα Ανδρούτσου. Στα τέσσερά του χρόνια έμεινε ορφανός από πατέρα. Η μητέρα του αναγκάστηκε να παντρευτεί για δεύτερη φορά. Από το γάμο της αυτό, απόκτησε άλλους τέσσερις γιους και μία κόρη. Τη γυναίκα του την έλεγαν Ελένη.

Ο Οδυσσέας ήταν ένας από τους πιο ένδοξους αρχηγούς του '21. Φυσιογνωμία πολυσύνθετη και ισχυρή. Γενναίος με ασυναγώνιστο στρατιωτικό πνεύμα και μοναδική διοικητική ικανότητα. Πολυμήχανος, σαν τον συνονόματό του ομηρικό βασιλιά, είχε μια ευφυία που τη θαύμαζαν όσοι ξένοι τον γνώριζαν. Παράλληλα όμως, ήταν αυταρχικός και φιλοχρήματος.

ΠΟΝΗΡΙΕΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΥ

Σε κάποια μάχη στο Δαδί, το Νοέμβρη του 1822, οι ΄Ελληνες αναγκάστηκαν να οπισθοχωρήσουν. Αρχηγός τους ήταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, που κινδύνεψε κι αυτός να τον αιχμαλωτίσουν. Κυκλωμένος καθώς ήταν από τους Αρβανίτες, δεν έχασε τη ψυχραιμία του, μα έκανε τον αδιάφορο:

- Ποιός είσαι ωρέ; τον ρώτησαν οι Αρβανίτες.
Εκείνος τους απάντησε που ήξερε τη γλώσσα τους:
- Σιόκ (δικός σας).

Τον πίστεψαν. Τούτο όμως δεν έφτανε στον πονηρό Οδυσσέα. Τώρα έπρεπε να βρει τρόπο για να τους ξεφύγει. Είπε λοιπόν στους Αρβανίτες να προχωρήσουν προς το λόγγο, που ήταν τάχα κρυμμέναγυναικόπαιδα. ΄Ετσι μπήκε μπροστά για να τους δείξει το δρόμο. Οι Αρβανίτες τον ακολούθησαν. Τους τράβηξε έτσι μέσα στις ανηφοριές του Παρνασσού. Φτεροπόδαρος όπως ήταν ο αρχηγός της Ρούμελης, πήγαινε πολύ πιο μπροστά από τους άλλους. Οι Αρβανίτες που τον βλέπανε να τρέχει έτσι άφοβα, του φώναζαν:
- Στάσου ορέ, μην τρέχεις μοναχός σου μπροστά να μην σε σκοτώσουν οι Ρωμιοί...
Μα που να σταθεί ο Οδυσσέας. Σε λίγο τον χάσανε απ' τα μάτια τους. Κατάφερε να χαθεί μέσα στον πυκνό λόγγο κι έτσι να ξεφύγει από τους Αρβανίτες.

ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ-ΑΝΤΙΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Αφηγητής1: Εξαιτίας της μικρής ηλικίας του βασιλιά Όθωνα μόλις έφτασε στην Ελλάδα, τρεις αντιβασιλείς κυβερνούσαν το νέο κράτος στη θέση του. Πολλοί Έλληνες πολιτικοί προσπάθησαν να γίνουν αρεστοί στη νέα διοίκηση για να πάρουν αξιώματα. Για το λόγο αυτό κατηγορούσαν συχνά τον Κολοκοτρώνη ότι προσπαθεί να διώξει το βασιλιά έτσι ώστε να δείξουν ότι προσφέρουν υπηρεσίες στους ξένους κυβερνήτες. Σε μια περίπτωση ο γέρος του Μοριά αποφάσισε να πάει ο ίδιος στο παλάτι και να ξεκαθαρίσει την κατάσταση. Εκεί συναντήθηκε με τους τρεις αντιβασιλιάδες.

(Σκηνικό: Μια αίθουσα του παλατιού. Υπάρχει ένα τραπέζι όπου κάθονται οι τρεις αντιβασιλιάδες. Δύο στρατιώτες στέκονται στην αίθουσα.)

Κτυπά η πόρτα. Ένας στρατιώτης ανοίγει. Μπαίνει μέσα ο Κολοκοτρώνης.

Στρατιώτης: Περάστε στρατηγέ. Δώστε μου παρακαλώ τα όπλα σας.

Κολοκοτρώνης: Με αυτά τα όπλα πολέμησα για να ελευθερώσω την πατρίδα μου και εσύ ένας ξένος μου ζητάς να σου τα παραδώσω;

Στρατιώτης: Λυπάμαι αλλά έχω σαφείς διαταγές.

Ο Κολοκοτρώνης παραδίδει τα όπλα του και προχωρά προς το μέρος που κάθονται οι τρεις αντιβασιλείς.

Κολοκοτρώνης: Σας χαιρετώ κύριοι.

Αρμανσμπεργκ: (με ειρωνεία) Αυτό θα το δούμε στρατηγέ.

Μάουρερ: (θυμωμένα) Δε μας τα λέτε καλά στρατηγέ. Πολλά ακούγονται για τις δραστηριότητές σας.

Χάιντεκ: (αυστηρά) Είναι πολλά που πρέπει να εξηγήσετε στρατηγέ.

Κολοκοκτρώνης: (ήρεμα και σταθερά) Αν και δε νιώθω ότι έχω να απολογηθώ για κάτι ζήτησα αυτή τη συνάντηση για να προσπαθήσω να σας πείσω ότι όλα αυτά για τα οποία με κατηγορούν είναι ψέματα και συκοφαντίες.

Αρμ.: (αυστηρά) Μας έχουν πληροφορήσει ότι το περασμένο Δεκαπενταύγουστο πήγατε στο μοναστήρι της Αγίας Μονής. Είναι αλήθεια;

Κολ.: (ήρεμα) Βεβαίως. Δεν είναι μυστικό ότι αυτό κάνω κάθε Δεκαπενταύγουστο εδώ και πολλά χρόνια. Πού βρίσκετε το κακό;

Μαουρ.: Ναι, αλλά εκεί είχατε μυστικές συναντήσεις με άλλους καπετάνιους. Αρνήστε ότι ξεσηκώνετε το λαό και καλείτε τους πολίτες να υπογράψουν μηνύματα προς τους Ρώσους όπου ζητούν να φύγει ο βασιλιάς μας;

Κολ.: Καμμιά μυστική συνάντηση δεν είχα. Σε όλη μου τη ζωή ό,τι είχα να πω το έλεγα στα φανερά και δε φοβόμουνα κανένα. Καλύτερα να είσαστε πιο προσεχτικοί με αυτούς που σας παραμυθιάζουν με όλα αυτά τα ψέματα.

Χάιν.: Οι πληροφορίες έρχονται από πολλούς.

Κολ.: Τότε σας συνιστώ να είσαστε ακόμα πιο προσεχτικοί.

Χαιν.: Πρόσεξε στρατηγέ. Δεν είσαι σε θέση να δίνεις συμβουλές σε μας. Ή μήπως νιώθεις δυνατός γιατί σε υποστηρίζουν οι ληστές που οργανώνεις για να κτυπήσουν το βασιλιά;

Κολ.: Ξέρετε πολύ καλά ότι δεν οργανώνω ληστές ούτε προσπαθώ να ρίξω το βασιλιά. Σε όλη μου τη ζωή απέδειξα ότι ξέρω το συμφέρον του τόπου μου και δεν το θυσιάζω για προσωπικούς λόγους.

Αρμ.: Ώστε λες ότι όλα είναι ψέματα, ε; Τότε Κολοκοτρώνη θα πρέπει να προσέχεις. Φαίνεται ότι οι έχθροί σου είναι πάρα πολλοί. Πρόσεχε.

Κολ.: Το ξέρω. Οι πιο επικίνδυνοι όμως είναι το όνομά μου και οι υπηρεσίες μου προς την πατρίδα.

Ο Κολοκοτρώνης γυρίζει την πλάτη του στους αντιβασιλιάδες, προχωρά στο στρατιώτη που κρατά τα όπλα του, τα παίρνει και αποχωρεί.

Αφηγητής 2: Λίγες μέρες μετά από αυτή τη συνάντηση ο Κολοκοτρώνης συλλαμβάνεται και οδηγείται στη φυλακή. Η κατηγορία είναι η «εσχάτη προδοσία». Οι εχθροί του Κολοκοτρώνη έχουν κάνει καλά τη δουλειά τους.

Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΝΥΚΑ

Eδημοσιεύθη εις την εφημερίδα "ΑΙΩΝ" εις τας 13 Νοεμβρίου 1838 με το ακόλουθον χρονικόν:
"Κατά την 7 'Οκτωβρίου ο στρατηγός Θ. Κολοκοτρώνης, σύμβουλος εν ενεργεία, επισκεφθείς το Ελληνικόν Γυμνάσιον της καθέδρας ηκροάσθη μίαν και ημίσειαν ώραν τον πεπαιδευμένον γυμνασιάρχην κ. Γεννάδιον παραδίδοντα. Ενθουσιασθείς και από την παράδοσιν και από την θέαν τοσούτων μαθητών είπε προς τον Γεννάδιον, την οποίαν συνέλαβεν επιθυμίαν του να ομιλήση, ει δυνατόν, και ο ίδιος προς τους νέους μαθητάς. Την πρότασίν του αυτήν απεδέχθη ο κ. Γυμνασιάρχης με την μεγαλυτέραν ευχαρίστησαν και προσδιόρισε την 10ην ώραν της επιούσης ως ημέρας εορτασίμου. Αλλά το πλήθος των μαθητών και ή στενότης του Γυμνασίου παρεκίνησε τους διδασκάλους να εξέλθωσιν εις την Πνύκα, ως μέρος ευρύχωρον και μεμακρυσμένον οπωσούν. Την επαύριον, δυο απεσταλμένοι μαθηταί επροσκάλεσαν από της οικίας του τον στρατηγόν Κολοκοτρώνην εις την Πνύκα. Οι κάτοικοι των Αθηνών ηγνόουν μέχρις εκείνης της στιγμής την περίστασιν ταύτην. Άμα ή φήμη διεδόθη, συνέρρευσε πλήθος διαφόρων επαγγελμάτων και τάξεων άνθρωποι. Ο δε στρατηγός Κολοκοτρώνης, περιτριγυρισμένος και από τους μαθητάς και από τούτους επί του βήματος της Πνυκός ομίλησε τον ακόλουθον λόγον, του οποίου εγγυώμεθα το ακριβές, καθ' όσον δυνάμεθα να ενθυμηθώμεν".

Παιδιά μου!
Εις τον τόπο τούτο, οπού εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους όποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος μας και προ αυτού και ύστερα απ' αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ' αυτά να κάμομε συμπερασμούς και διά την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα. Και διά τους παλαιούς Έλληνας, όποίας γνώσεις είχαν και ποία δόξα και τιμήν έχαιραν κοντά εις τα άλλα έθνη του καιρού των, όποίους ήρωας, στρατηγούς, πολιτικούς είχαν, διά ταύτα σας λέγουν καθ' ημέραν οι διδάσκαλοί σας και οι πεπαιδευμένοι μας. Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον πως ήταν σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.
Εις τον τόπον, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους όποίους και ημείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφ' ου ύστερα ήλθε στον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιο του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρε μαζί του ούτε σοφούς ούτε προκομμένους αλλ' απλούς ανθρώπους, χωρικούς και ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι, μολονότι όπου και αν έβρισκαν εναντιότητας και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμει τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστιν.

Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις την διχόνοιαν και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν οι Μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, διά να αλλάξει ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ' εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον έναν έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. Σαν είδε τούτο ο σουλτάνος, διόρισε ένα βιτσερέ (αντιβασιλέα), έναν πατριάρχη, και του έδωσε την εξουσία της εκκλησίας. Αυτός και ο λοιπός κλήρος έκαμαν ό,τι τους έλεγε ο σουλτάνος. Ύστερον έγιναν οι κοτζαμπάσηδες (προεστοί) εις όλα τα μέρη. Η τρίτη τάξις, οι έμποροι και οι προκομμένοι, το καλύτερο μέρος των πολιτών, μην υποφέροντες τον ζυγό έφευγαν, και οι γραμματισμένοι επήραν και έφευγαν από την Ελλάδα, την πατρίδα των, και έτσι ο λαός, όστις στερημένος από τα μέσα της προκοπής, εκατήντησεν εις αθλίαν κατάσταση, και αυτή αύξαινε κάθε ήμέρα χειρότερα, διότι, αν ευρίσκετο μεταξύ του λαού κανείς με ολίγην μάθηση, τον ελάμβανε ο κλήρος, όστις έχαιρε προνόμια, ή εσύρετο από τον έμπορο της Ευρώπης ως βοηθός του ή εγίνετο γραμματικός του προεστού. Και μερικοί μην υποφέροντες την τυραννίαν του Τούρκου και βλέποντας τες δόξες και τες ηδονές όπού ανελάμβαναν αυτοί, άφηναν την πίστη τους και εγίνοντο Μουσουλμάνοι. Και τοιουτοτρόπως κάθε ήμέρα ο λαός ελίγνευε και επτώχαινε.
Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετέφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποιους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποιαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν ή Εταιρεία.

Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πώς δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: "πού πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;", άλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας ή επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι, εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.

Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμο, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, ή γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του εκουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον και εάν αυτή ή ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι μιαν αρμάδα. Άλλά δεν εβάσταξε!.

Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ' αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Άλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξι μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έριχνε και εκάθετο αυτός άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο και ο άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό, πλην καθένας κατά την γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρινό και ο άλλος εις τον Βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά και να γυρίζει, καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτο τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, οπού να προστάζει πως θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ' επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχόνοιας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε, και εις τους στερνούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.
Εις αυτή την κατάσταση έρχεται ο βασιλεύς, τα πράγματα ησυχάζουν και το εμπόριο και ή γεωργία και οι τέχνες αρχίζουν να προοδεύουν και μάλιστα ή παιδεία. Αυτή η μάθησις θα μας αυξήσει και θα μας ευτυχήσει. Αλλά διά να αυξήσομεν, χρειάζεται και η στερέωσις της πολιτείας μας, η όποία γίνεται με την καλλιέργεια και με την υποστήριξη του Θρόνου. Ο βασιλεύς μας είναι νέος και συμμορφώνεται με τον τόπο μας, δεν είναι προσωρινός, αλλ' η βασιλεία του είναι διαδοχική και θα περάσει εις τα παιδιά των παιδιών του, και με αυτόν κι εσείς και τα παιδιά σας θα ζήσετε. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα είπαμε πρώτα υπέρ πίστεως και έπειτα υπέρ πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μια Θρησκεία. Και αυτοί, οι Εβραίοι, οι όποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και τα μπιλιάρδα. Να δοθείτε εις τας σπουδάς σας και καλύτερα να κοπιάσετε ολίγον, δύο και τρεις χρόνους και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους - πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματα σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και κατά την παροιμία, "μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε". Η προκοπή σας και ή μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας [καλό].

Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος, και διά τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθείτε από τα περασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχόνοιας, την οποίαν να αποστρέφεστε, και να έχετε ομόνοια.

Εμάς μη μας τηράτε, πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ' ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθεί η νύκτα και η αυριανή ήμέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε και διά να γίνει τούτο πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία!

Τελειώνω το λόγο μου.
Ζήτω ο βασιλεύς μας Όθων!
Ζήτω οι σοφοί διδάσκαλοι!
Ζήτω ή ελληνική νεολαία!

σελ. 20, περιοδ. "Ελληνική Ιστορία"

ΣΟΥΛΙ:ΤΟ ΑΠΟΡΘΗΤΟ ΦΡΟΥΡΙΟ

Oι Σουλιώτες, πολλά χρόνια πριν ακουσθεί το εγερτήριο σάλπισμα του Ρήγα, πολέμησαν για να φυλάξουν αμόλυντη την ιδέα της ελεύθερης ζωής. Στα απρόσιτα κορφοβούνια οργάνωσαν την πρωτοποριακή για όλες τις εποχές "ΣOYΛIΩTIKH ΣYMΠOΛITEIA", που αριθμούσε συνολικά 122 (εκατόν εικοσι δυο) χωριά. H "ΣOYΛIΩTIKH ΣYMΠOΛITEIA", άντεξε δυο αιώνες λεύτερη. Xωρίς υποστήριξη από κανέναν. Πολεμώντας τους Oσμανλήδες του Σουλτάνου και τους Tουρκαλβανούς του Aλή Πασά. Mε το αίμα των παιδιών της έγραψε την ενδοξότερη ιστορία του νεότερου Eλληνισμού.

O μεγάλος ποιητής Aνδρέας Kάλβος, που έγραψε ωδή με τριάντα στροφές αφιερωμένη "EIΣ ΣOYΛI", ονομάζει την περιοχή "Σελλαΐδα" και πιστεύει ότι οι Σουλιώτες είναι απόγονοι των Σελλών. H ερμηνεία αυτή του ποιητή, σύμφωνα με τον ιστορικό Kων/νο Πανταζή, στηρίζεται στην ιστορική πραγματικότητα. Aπό το 800 π.X. η περιοχή αυτή κατοικήθηκε από τους πρώτους Έλληνες και ονομάστηκε Θεσπρωτία. Aπό χωριά της Θεσπρωτίας, ανέβηκαν γύρω στο 1600 στα βράχια της Mούργκας και έχτισαν το Tετραχώρι μεμονωμένες οικογένειες που δεν ανέχθηκαν το ραγιαδισμό.

Aυτές οι μεμονωμένες οικογένειες εκπροσωπούσαν ολόκληρη την περιοχή Σελλαΐδος και ορθά, κατά τον Kων/νο Πανταζή, ο ποιητής Kάλβος "τους θεωρεί απογόνους των Σελλών, εξ ου και το όνομα Σούλι". Eίναι αβάσιμη, ενδεχομένως και κακόβουλη, η θεωρία που υποστηρίζουν λίγοι συγγραφείς. Ότι, δηλαδή, οι πρώτοι κάτοικοι του Σουλίου ήταν Aλβανόφωνοι και πως η λέξη Σούλι είναι αλβανική και μεταφράζεται δοκάρι. Tη διοίκηση στο Σούλι ασκούσαν η Γερουσία, το Συμβούλιο των Kαπεταναίων και η εκκλησία του Δήμου.

Στη Γερουσία ανήκε η πολιτική και δικαστική εξουσία. Aυτή αποφάσιζε για πόλεμο ή ειρήνη. Tο Συμβούλιο των Kαπεταναίων ήταν υπεύθυνο για την πολεμική προετοιμασία και για την διεξαγωγή πολέμου. Aυτό διόριζε τον Aρχιστράτηγο, ο οποίος αποκαλούνταν Πολέμαρχος. Για τη θέση του Aρχιστράτηγου επιλέγονταν ο ικανότερος, ο γενναιότερος και ο εμπειρότερος από τους Kαπεταναίους. H Eκκλησία του Δήμου επικύρωνε ή απέρριπτε τις αποφάσεις της Γερουσίας και της Eκκλησίας του Δήμου. Oι νόμοι των Σουλιωτών δεν ήταν γραφτοί, αλλά άγραφτοι. Nόμοι τους ήταν τα ελληνικά ήθη και έθιμα, καθώς και οι πατροπαράδοτες συνήθειες του τόπου.