Ποτέ ξανά κίτρινα δόντια

Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2008

Ο Tελευταίος Λόγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου



Απο το βιβλίο του Κώστα Αβτζιγιαννη <<Η Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως>>, σελίς 61.

«Υμείς μεν, ευγενέστατοι άρχοντες και εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και γενναίοι συστρατιώται και πας ο πιστός και τίμιος λαός, καλώς οίδατε ότι έφθασεν η ώρα και ο εχθρός της πίστεως ημών βούλεται, ίνα μετά πάσης τέχνης και μηχανής ισχυροτέρως στενοχωρήση ημάς και πόλεμον σφοδρόν μετά συμπλοκής μεγάλης και συρρήξεως εκ της χέρσου και θαλάσσης δώση ημίν μετά πάσης δυνάμεως, ίνα ει δυνατόν ως όφις τον ιόν εκχύσει και ως λέων ανήμερος καταπίη ημάς. Δια τούτο λέγω και παρακαλώ υμάς, ίνα στήτε ανδρείως και μετά γενναίας ψυχής, ως πάντοτε έως του νυν εποιήσατε, κατά των εχθρών της πίστεως ημών· παραδίδωμι δε υμίν την εκλαμπροτάτην και περίφημον ταύτην πόλιν και πατρίδα ημών και βασιλεύουσαν των πόλεων. Καλώς ουν οίδατε, αδελφοί, ότι δια τέσσαρα τινά οφείλεται κοινώς εσμέν πάντες, ίνα προτιμήσωμεν αποθανείν μάλλον ή ζην, πρώτον μεν υπέρ της πίστεως ημών και ευσεβείας, δεύτερον υπέρ της πατρίδος, τρίτον δε υπέρ του βασιλέως και τέταρτον υπέρ συγγενών και φίλων.
Λοιπόν αδελφοί, χρεώσται εσμέν υπέρ ενός εκ των τεσσάρων αγωνίζεσθαι έως θανάτου, πολλώ μάλλον υπέρ πάντων τούτων. Εάν δια τα εμά πλημμελήματα παραχωρήση ο Θεός την νίκην τοις ασεβέσιν, υπέρ της πίστεως ημών της αγίας, ην Χριστός εν τω οικείω αίματι ημίν εδωρήσατο κινδυνεύομεν. Ο έστι κεφάλαιον πάντων. Και εάν τον κόσμον όλον κερδήση τις και την ψυχήν ζημιωθεί, τι το έφελος; Δεύτερον, πατρίδος περιφήμου υστερούμεθα και της ελευθερίας ημών. Τρίτον, βασιλείας της ποτε περηφανούς, τέταρτον δε και φιλτάτων τέκνων και συμβίων και συγγενών στερούμεθα. Αυτός δε ο αλιτήριος ο Αμηράς πεντήκοντα και επτά ημέρας άγει σήμερον, αφ’ ου ελθών απέκλεισε και μετά πάσης μηχανής και ισχύος καθ’ ημέραν τε και νύκτα ουκ επαύσατο πολιορκών ημάς. Και χάριτι τω Πεντεπόπτου Χριστού, εκ των τειχών, μετά αισχύνης, άχρι του νυν πολλάκις κακώς απεπέμφθη. Τα νυν δε πάλιν, αδελφοί, μη δειλιάσετε, εάν το τείχος μερόθεν ολίγον έπεσε, διότι, ως υμείς θεωρείτε , κατά το δυνατόν εδιορθώσαμεν πάλιν αυτό. Ημείς πάσαν την ελπίδα εις την άμαχον δόξαν του Θεού ανεθέμεθα· ούτοι εν άρμασιν, εν ίπποις και δυνάμει και πλήθει, ημείς δεν εν ονόματι Κυρίου του Θεού και Σωτήρος ημών πεποίθαμεν, δεύτερον δε και εν ταις ημετέραις χερσί και ρωμαλεότητι, ην εδωρήσατο ημίν η Θεία δύναμις. Γνωρίζω δε ότι αύτη η μυριαρίθμητος αγέλη των ασεβών, καθώς η αυτών συνήθεια, ελεύσονται καθ’ ημών μετά βαναύσου και επηρμένης οφρύος και θάρσους πολλού και βίας, ίνα δια την ολιγότητα ημών θλίψωσι και εκ του κόπου στενοχωρήσωσι και μετά φωνών μεγάλων και αλαλαγμών αναριθμήτων, ίνα ημάς φοβίσωσιν. Αλλ’ ου βλάψως, διότι υμάς θεωρών και λίαν αγάλλομαι και τοιαύταις ελπίσι τον λογισμόν τρέφομαι, ότι ει και ολίγοι πάνυ εσμέν, αλλά πάντες επιδέξιοικαι επιτήδειοι, ρωμαλέοι τε και ισχυροίκαι καλώς παρασκευασμένοι υπάρχετε. Ταις ασπίσιν υμών καλώς την κεφαλήν σκέπεσθε επί τη συμπλοκή και συρρήξει. Η δεξιά υμών, η την ρομφαίαν έχουσα, μακρά έστω πάντοτε. Αι περικεφαλαίαι υμών και οι θώρακες και οι σιδηροί ιματισμοί λίαν εισίν ικανοί άμα και τοις λοιποίς όπλοις και εν τη συμπλοκή έσονται πάνυ ωφέλημα. Α οι εναντίοι ου χρώνται αλλ’ ούτε κέκτηνται.
Οίδατε καλώς, ότι ο δυσεβής αυτός Αμηράς και εχθρός της αγίας ημών πίστεως χωρίς ευλόγου αιτίας την αγάπην, ην είχομεν, έλυσε και τους όρκους αυτού τους πολλούς ηθέτησεν, αντ’ ουδενός λογιζόμενος, και ελθών αιφνιδίως φρούριον εποιήσεν επί των στενών του Ασωμάτου ίνα καθ’ εκάστην ημέραν δύνηται βλάπτειν ημάς. Τους αγρούς ημών και κήπους και παραδείσους και οίκους ήδη πυριαλώτους εποίησε. Τους αδελφούς ημών τους Χριστιανούς, όσους εύρεν, εθανάτωσε και ηχμαλώτευσε. Την φιλίαν ημών έλυσε, τους δε του Γαλατά εφιλίωσε και αυτοί χαίρονται, μη ειδότες και αυτοί οι ταλαίπωροι τον του γεωργού παιδός μύθον, του εψήνοντος τους κοχλίας και είποντος. «Ώ ανόητα ζώα, των οικιών υμών εμπιπραμένων, αυτοί άδετε!» Ελθών ουν, αδελφοί, ημάς απέκλεισε και καθ’ εκάστην το αχανές αυτού στόμα χάσκων, πως εύρη καιρόν επιτήδειον ίνα καταπίη ημάς και την πόλιν ταύτην, ην ανήγειρεν ο τρισμακάριστος και μέγας βασιλεύς Κωνσταντίνος εκείνος και τη Πανάγνω τε και υπεράγνω Δεσποίνη ημών Θεοτόκω και αειπαρθένω Μαρία αφιέρωσε και εχαρήσατο του κυρίαν είναι και βοηθόν και σκέπην τη ημετέρα πατρίδι καταφύγιον των Χριστιανών, ελπίδα και χαράν πάντων των Ελλήνων, το καύχημα πάσι τοις ούσιν υπό την του ηλίου ανατολήν. Και τούτος ο ασεβέστατος την πότε περηφανή ως ρόδον του αγρού βούλεται ποιήσαι θπ’ αυτόν, ήτις υπέταξε, σχεδόν ειπείν, πάσαν την υφήλιον, αυτός τα νύν βούλεται δουλώσαι, και την κυριεύουσαν των πόλεων ζυγώ υποβαλείν και δουλεία και τας αγίας εκκλησίας ημών, ένθα προσκυνείται η αγία τριάς και δοξολογείται το Πανάγιον, και όπου οι άγγελοι ακούονται υμνείν το θείον και την ένσαρκον του Θεού Λόγου οικονομίαν, βούλεται ποιήσαι προσκύνημα της αυτού βλασφημίας…
«Αδελφοί και συστρατιώται, παραδώσατε εις την αιωνιότητα την ελληνικήν φήμην, την ελληνικήν δόξαν, την ελληνικήν ελευθερίαν!» Στραφείς κατόπιν προς τους Βενετούς είπε: «Βενετοί ευγενείς, αδελφοί ηγαπημένοι εν Χριστώ τω Θεώ, άνδρες ισχυροί και στρατιώται δυνατοί και εν πολέμοις δοκιμώτατοι, οι δια της εστιλβωμένης υμών ρομφαίας πολλάκις πλήθος των αγαρηνών εθανατώσατε και το αίμα αυτών ποταμηδόν εκ των χειρών υμών έρρευσε, τη σήμερον παρακαλώ υμάς, ίνα την πόλιν ταύτην, την ευρισκομένην επί τοιαύτη συμφορά του πολέμου, ολοψύχως υπερασπισθήτε· οίδατε γαρ καλώς, και δευτέραν πατρίδα και μητέραν αυτήν αενάως είχετε. Διό και εκ δευτέρου πάλιν λέγω και παρακαλώ, ίνα εν ταύτη τη ώρα αγωνισθήτε ως φιλόπιστοι και ομόπιστοι και αδελφοί».
Στραφείς είτα προς τους Γενουαίους, είπεν: «Ώ, Λιγουρίται, εντιμότατοι αδελφοί, άνδρες πολεμισταί και μεγαλοκάρδιοι και φημισταί, καλώς οίδατε και γιγνώσκετε, ότι η δυστυχής αυτή πόλις πάντοτε ουκ εμοί μόνον υπήρχεν, αλλά και υμίν δια πολλά τινά αίτια. Υμείς μεν πολλάκις μετά προθυμίας αυτή εβοηθήσατε, και συνδρομή υμετέρα ελυτρώσατε από των Αγαρηνών, των αυτής εναντίον. Τα νύν πάλιν ο καιρός έστιν επιτήδειος, ίνα δείξητε είς βοήθειαν αυτής την εν Χριστώ αγάπην και ανδρείαν και γενναιότητα υμών».
Στραφείς κατόπιν προς πάντας, είπε: «Το σκήπτρον μου εις τας χείρας υμών ανατίθημι. Παρακαλώ δε και δέομαι της υμετέρας αγάπης, ίνα την πρέπουσαν τιμήν και υποταγήν δώσητε τοις υμετέροις στρατηγοίς και δημάρχοις και εκατοντάρχοις, έκαστος κατά την τάξιν αυτού και τάγμα και υπηρεσίαν. Αδελφοί και στρατιώται, έτοιμοι έστε. Χάριτι και αρετίι τη παρά του Θεού υμίν δωρηθείση, και συνεργούσης της Αγίας Τριάδος, εν η την ελπίδα πάσαν ανεθέμεθα, ποιήσωμεν τους εναντίους μετά αισχύνης εκ των εντεύθεν κακώς αναχωρήσαι. Ο στέφανος ο αδαμάντινος εν ουρανοίς εναπόκειται υμίν και μνήμη αιωνία εν τω κόσμω έσεται».